Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Οέο;

Μια σουρεαλιστική οικογενειακή σεκάνς παίχτηκε. Η Αθανασία κοιμάται στο δωμάτιό μας, τα παιδιά στο δικό τους. Εγώ είμαι στο σαλόνι και βλέπω τον brand new Doctor.

Κατά τη μία και, ακούω ένα «μπαμπά» από τον Αλέξανδρο. Παύση, πάω να δω. Στέκομαι στην πόρτα του δωματίου μήπως το είπε στον ύπνο του. Όχι, γυρνάει το κεφάλι του. «Πάρε με αγκαλιά», μου λέει. Τον παίρνω αγκαλιά, ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου, «πάμε τώρα μέσα» μου λέει. «Πού μέσα;» «Στο σαλόνι.» Ωκαίει. Θέλει λίγο παρέα, δεν έχει να ξυπνήσει αύριο. Πάμε μέσα στο σαλόνι. Ξαπλώνει δίπλα μου στον καναπέ. Συνεχίζω τον Δόκτορα.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Αλέξανδρος ροχαλίζει. Σε λίγο που τελειώνει το επεισόδιο, θα τον πάω στο κρεβάτι του. Μπα. «Α, ένα φίδι!» λέει, με χαρά και καθόλου νυσταγμένος ή τρομαγμένος (μπορεί και να έχω καταφέρει, πια, να του εξηγήσω τη διαφορά της τηλεόρασης με την πραγματικότητα). Συνεχίζει να βλέπει και το μικρής διάρκειας «προσεχώς» με όλα τα καλά του κόσμου: ρομπότ, εξωγήινους, καλούς, κακούς. Του εξηγώ χοντρικά για τον Δόκτορα, και του ξαναλέω πως σιγά-σιγά θα μάθει να διαβάζει, και έχουμε πολλά βιβλία να διαβάσει, άσε που θα βλέπει ταινίες και θα καταλαβαίνει. «Μου αρέσει αυτός ο εξωγήινος», μου λέει, «να μου τον βάζεις να τον βλέπω, και θα καταλαβαίνω εγώ σιγά-σιγά.»

Μετά βάζω να ξεκινήσω το Pushing Daisies, και ακόμα να κοιμηθεί. Είμαι ανεκτικός και επειδή πρόσφατα συνήλθε από πολυήμερο πυρετό. Συνήθως είμαι ο κακός αυστηρός μπαμπάς της υπόθεσης.

Κάποια στιγμή, πατάω παύση. «Πού πας;» «Να πιω νερό, παιδί μου.» «Καλά, και μετά έλα να συνεχίσεις.» Στον δρόμο για την κουζίνα, ακούω «μπαμπά» από τον Μενέλαο. Πάω και τον βλέπω να κάθεται στο κρεβάτι του. Με βλέπει και απλώνει τα χέρια. Τον παίρνω αγκαλιά, ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου, «πάμε μέσα», μου λέει. «Πού μέσα;» «Σαλόνι.»

Do I detect a pattern here or what?

Έλα κι εσύ, οι καλοί παντού χωράνε. Καθώς μπαίνουμε στο σαλόνι, «γεια σου Αλέταντε!» λέει χαρωπά ο Μενέλαος, «γεια σου Μενέλα». Τον ακουμπάω στον πιο μικρό καναπέ, «καθίστε εδώ, μη τσακωθείτε, έρχομαι σε λίγο».

Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο. Βγαίνω στο μπαλκονάκι της κουζίνας, στρίβω τσιγάρο, γυρνάω να κοιτάω προς τα μέσα, μπαίνει η Αθανασία στην κουζίνα. «Τα παιδιά μας είναι και τα δύο ξύπνια στο σαλόνι», της λέω. «Ήρθανε μέσα», μου λέει. Ξάπλωσαν όλοι μαζί στο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς.

Έκατσα στον υπολογιστή για να ρωτήσω μήπως την είδατε εσείς. Cue ο τίτλος της ανάρτησης.

ΥΓ ίσως δεν ήμουν σαφής: ήταν η πρώτη φορά που, είτε ο Αλέξανδρος, είτε ο Μενέλαος, ξύπνησε μέσα στη νύχτα και μου ζήτησε να τον πάω στο σαλόνι. Επίσης, δεν παίζει να άκουσε ο Μενέλαος τον Αλέξανδρο όταν μου το είπε, επειδή δεν υπήρχε περίπτωση να είναι ξύπνιος και να μείνει άπραγος αν με έβλεπε να παίρνω τον Αλέξανδρο, ούτε να μείνει σχεδόν άλλη μια ώρα στο κρεβάτι του χωρίς να βγάλει κιχ.

1 σχόλιο:

  1. Συνειδητοποίησα πως κάτι δεν ήταν σαφές: ήταν η πρώτη φορά που οποιοσδήποτε από τους δύο μου είπε κάτι τέτοιο, και δεν παίζει να ήταν ξύπνιος ο Μενέλαος και να το άκουσε, επειδή επί τόπου θα είχε σηκωθεί να μου πει να τον πάρω κι αυτόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Φλυαρείτε.