Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Ρώμη, επτάλοφος πόλη

Ήμουν στη Ρώμη από την Πέμπτη το πρωί μέχρι την Κυριακή το βράδυ, παρέα με σύζυγο και ένα ακόμα ζευγάρι. Επειδή ο καλός ο παπάς ευβλογάει πρώτα τα γένια του, θα βγάλω όσα απωθημένα πρόλαβα να αποκτήσω στις λίγες αυτές ημέρες, αλλά σημειώστε ότι ουσιαστικά κινηθήκαμε στα όρια της τουριστικής περιοχής, οπότε τα απωθημένα μου δεν είναι ενδεικτικά του μέσου τουρίστα. Θα βάλω και φωτογραφίες κάποια στιγμή αργότερα.

Εν πρώτοις, γυναικάρες και θερμούς λατίνους εραστές δεν είδαμε. Μια νταρντάνα είδαμε μόνο, κι αυτή περαστική προς τον κεντρικό σταθμό στο άσχετο, όσο πλήθος λαού διαδήλωνε κατά του Bush. Την πήραμε και βίντεο, αλλά δεν έχω προλάβει να ακόμα επαληθεύσω ότι όντως ήταν άξια βιντεοσκόπησης. Την έλλειψη φίκαρων και κατσαράδων πιστοποίησε (ως δεύτερο ντάτα πόιντ) και ο νονός του μικρού, που έτυχε να βρίσκεται ένα διήμερο στο Κόμο, πιο βόρεια.

Ρίξαμε πολύ περπάτημα, ως αξιοπρεπείς τουρίστες. Πολλά πράγματα μας έκαναν εντύπωση, και θα τα αναφέρω πρώτα συνοπτικά, αναλύοντας αργότερα:

* μεγέθη
* γλώσσα
* νερό!
* φαγητό
* κόστος
* κίνηση

Τα μνημεία τους είναι άκρως επιβλητικά. Μεγάλα μεγέθη, που τα περισσότερα κατασκευάστηκαν όσο η Οθωμανική αυτοκρατορία ασελγούσε επάνω μας. Ψηλοί αρχαιοπρεπείς κίονες, πολυτέλεια στο έπακρο, αρκετά καλά στημένος μηχανισμός αφαίμαξης των τουριστών. Ενδεικτικά, στην πιάτσα ντι Ναβόνε (ή ήταν Ναβόνα;), οι αντίστοιχοι σερβιτόροι της δικής μας Πλάκας και Ψυρρή μας καλούσαν να χαρούμε τον καφέ μας στο μαγαζί τους, και όταν ένας από αυτούς είδε την άνεση με την οποία τον προσπεράσαμε, μας ρώτησε: «Γκρέτσι;» (ο μοναδικός, θα εξηγήσω σε λίγο), «σι» του λέμε. Έβγαλε σημειωματάριο με σημειωμένες εκφράσεις σε διάφορες γλώσσες, και μου κίνησε την περιέργεια, οπότε κοντοστάθηκα. «Στο τσερκάντο λα παρόλα… ουν άτιμο…», και ενώ περίμενα κάτι εντυπωσιακό, βρίσκει τη λέξη, κλείνει χαμογελαστός το σημειωματάριο, και τι μου λέει; «Καλά… καλά…» και με αφήνει. Χάρις στην πολύχρονη εμπειρία μου με εξάδελφο ελληνοϊταλό και στην συχνή παρουσία μου σε καβγάδες του με τη θεία μου, ήμουν πανέτοιμος να τον κατακεραυνώσω με το ισχυρό οπλοστάσιό μου ιταλικών βωμολοχιών, αλλά, δε γαμιέται, απλώς συνέχισα για να προφτάσω τους άλλους. Μιλώντας περί αφαίμαξης, λοιπόν, είχες διάφορους που πόζαραν, είτε ως αγάλματα, είτε ως εκατόνταρχοι κοντά στα μνημεία. Κοντά στο Κολοσέο, ένας εκατόνταρχος μόλις είχε βγάλει δύο φωτογραφίες με μια καλή κυρία, και ο καλός σύζυγος του έτεινε ένα δεκάευρο, αλλά ο καλός εκατόνταρχος shook his head και τσίμπησε μόνος του εικοσάευρο από το πορτοφόλι, εξηγώντας ταυτόχρονα το καθεστώς τιμών στον καλό κύριο, αλλά δεν κάθισα να ακούσω την κουβέντα.

Είδαμε και πολλές προειδοποιήσεις για πορτοφολάδες, κυρίως στο μετρό. Σχεδόν σε όλα τα κτίρια, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο τα παράθυρα και οι πόρτες είχαν κάγκελα. Θα ανεβάσω και φωτογραφία με αυτοκίνητο παρκαρισμένο, με το τιμόνι δεμένο με αλυσίδα.

Οι έλληνες τουρίστες στη Ρώμη πρέπει να είναι λίγοι, από ό,τι κατάλαβα. Ίσως η πόλη ήταν παλαιότερα υπερβολικά ακριβή για το βαλάντιο των περισσότερων από εμάς, όχι ότι τώρα έχει φτηνήνει ιδιαίτερα, τουλάχιστον στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Όλοι οι υπόλοιποι που προσπάθησαν να μαντέψουν τη φυλή μας, είτε μας ρώταγαν άμεσα αν είμαστε Ισπανοί είτε απλώς μας πέταγαν καμία ισπανική λέξη. Από αγγλικά, οι Ιταλοί γενικώς ωχριούν, ή απλώς τα περιφρονούν. Αγγλικά τους μίλαγες, και συχνά σου απάνταγαν στα ιταλικά. Για παράδειγμα, σκεφτόμασταν μήπως νοικιάσουμε κάποιο αυτοκίνητο την τελευταία ημέρα, ώστε και εκδρομή να πάμε και να φτάσουμε μέχρι το αεροδρόμιο με αυτό. Στη φάση που ήταν μαζεμένοι πολιτσία και καραμπινιέρι για τις διαδηλώσεις, σταματάω δίπλα σε ένα τσούρμο αστυνομικών παρά τη κλούβα, ρωτάω, πού μπορούμε να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο; Ο ένας κοίταξε τον άλλον, ο άλλος φώναξε τον Μάρκο, ο Μάρκο τον Μικέλε, ο Μικέλε κάποιον μέσα στην κλούβα, κι εγώ υποψιάζομαι ότι ψάχνουν κάποιον να μιλάει αγγλικά. Λέω στον πρώτο, «νον σο κόμε ντίρλο, βολιάμο ούνα αουτομόμπιλε περ βέντι κουάτρο όρε», και το πρόσωπό του φωτίστηκε: «α, νολέτζερε ούνα μάκινα!» Μας έδωσε οδηγίες, αλλά κολλήσαμε τελικά επειδή κανείς δεν είχε αμιγώς πιστωτική κάρτα. Άλλη ιστορία αυτή.

Η πόλη έχει πολύ πράσινο. Είναι σαφώς πιο όμορφη από την πόρνη την Αθήνα. Ωραίος και ο Τίβερης με τις γεφυρούλες του, έστω κι αν είναι μες στη μπίχλα. Ο ναός του Αγίου Πέτρου πολύ καλός, το μουσείο δεν το προλάβαμε λόγω της επίσκεψης του Μπους. Επειδή μέναμε κοντά στο Βατικανό, είπαμε να πάμε Σάββατο, έστω και ρισκάροντας αυξημένη κίνηση. Δεν είχαμε υπολογίσει ότι θα πέρναγε ο Μπους (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μας χαιρέτισε προσωπικά μέσα από το αμάξι του, κι άμα θέλετε το πιστεύετε :) Εμείς, όσο οι καραμπινιέρι μας κρατούσαν σε ένα σημείο (ήμαστε τέσσερις έλληνες με αρκετούς καραμπινιέρι τριγύρω στη γωνία ενός σταυροδρομίου), προβάραμε διάφορα ήπια «δολοφόνοι των λαών ηπατζήδες», επειδή με κάτι «μαλάκας» και «αμερικάνοι» που είχαμε πει, κάνας δύο γύρισαν και μας κοίταξαν.

Το νερό είναι δράμα, αν δεν κουβαλάς μπουκάλι μαζί σου. Υπάρχουν υπαίθριες καντίνες, που μπορεί να είναι φραντσάιζ, αφού όλες οι καντίνες έχουν την ίδια χωροταξία: από αριστερά προς τα δεξιά όπως κοιτάζεις, πρίνγκλς, ποπ κορν, σάντουιτς, λουκάνικα, φοκάτσε κτλ. Τα νερά εκτός ψυγείου είναι άκρη αριστερά, δηλαδή στο πίσω μέρος της καντίνας. Το μπουκαλάκι των 75cl κοστίζει 2€, παρακαλώ. Μιλώντας με τον ευγενικό αγγλομαθή φυλετικό εργάτη (πακιστανοί;), μου εξηγεί, εδώ είναι Ρώμη, αν ζητήσεις νερό έξω, θα το πληρώσεις τα διπλά και βάλε. Δεν έλεγε ψέματα. Πας για καφέ, και νερό δεν σου φέρνουν αν δεν παραγγείλεις, και αν παραγγείλεις σου φέρνουν μπουκάλι. Σε μια φάση, παρέσυρα και τους άλλους να τσιμπήσουμε κάτι στα γρήγορα σε ένα McDonald's (έχουν πιάσει εκεί περισσότερο από ό,τι εδώ), και πιστέψτε με, ο μόνος λόγος που το έκανα αυτό ήταν επειδή αποσκοπούσα να πιω αρκετά υγρά ξοδεύοντας λιγότερο από 2€ ανά 500 ml. Συμφέρει σαφώς να κουβαλάς μπουκαλάκι και να συμπληρώνεις νερό από διάφορες δημόσιες βρύσες που θα βρεις σαν πας στον πηγαιμό για την Ιθάκη (τυπικά, η βία Βένετο αν συνοδεύεις γυναίκα).

Α. Οι περισσότεροι δρόμοι είναι πλακόστρωτοι. Και όσον αφορά την κίνηση και την οδηγική συμπεριφορά που είδαμε, η μόνη εμφανής διαφορά με εμάς ήταν πως όλοι, μα όλοι οι επί διτρόχου εποχούμενοι φορούσαν κράνος. Κατά τα άλλα, και τις σφήνες τους κάνουν, και τα κορναρίσματά τους τα ρίχνουν. Μας είχαν πει πως οι Ιταλοί σταματάνε μπροστά από τις διαβάσεις των πεζών, αλλά μόνο οι μισοί το έκαναν· συνεπώς, όσοι έχετε γνώσεις στατιστικής συμπεραίνετε τώρα πως το αν θα σταματήσει ή όχι ο Ρωμάνος οδηγός μπροστά σε διάβαση πεζών είναι αναντίρρητα θέμα τύχης. Τα φανάρια των πεζών έχουν και πορτοκαλί· μέσω παρατήρησης συμπεράναμε πως, όταν ανάψει το πορτοκαλί για τους πεζούς, μόνο όσοι πρόλαβαν να κατέβουν στο δρόμο συνεχίζουν· οι άλλοι περιμένουν την επόμενη φαναριά. Η συγκοινωνία τους είναι συχνή, και η αίσθηση της επίβασης σε λεωφορείο της Ρώμης μοιάζει πάρα πολύ με εκείνη λεωφορείου της Αθήνας, σε όλα (επιτάχυνση, επιβράδυνση στο τσακ, στροφές, σκαμπανεβάσματα, ήχοι από ανάρτηση). Το μετρό τους είναι σε άσχημη κατάσταση, μυρίζει και λίγο, τα βαγόνια φέρουν μεγάλο μέρος λαϊκής θυμοσοφίας σε μορφή σπρέι, αλλά είχαν μετρό αρκετά πριν από εμάς. Το τυπικό τους εισιτήριο κάνει 1€ και ισχύει για 75′, αλλά για μια διαδρομή του μετρό μόνο (ενώ με λεωφορεία συνεχίζεις άμα θες μέχρι το πέρας του χρόνου). Υπάρχουν και εισιτήρια μονοήμερα ή τριήμερα, αλλά λόγω κάποιας ασυνεννοησίας, δεν φροντίσαμε να εξοπλιστούμε με τέτοια εν καιρώ.

Λοιπόν, στο θέμα του φαγητού. Ίσως ξέρετε τη διαφορά μεταξύ πίτσας ρομάνα και ναπολετάνε. Ίσως όχι. Εμάς μας το είχαν πει, αλλά σιχτιρίσαμε. Να σας το πω εμμέσως. Φανταστείτε έναν ιταλό φίλαθλο που θα δει κάλτσο στην τηλεόραση, και παραγγέλνει πίτσα. Κάποια στιγμή του χτυπάνε το κουδούνι, κοιτάει από το ματάκι, είναι ο πιτσαδόρος. Τον ρωτάει πόσο κάνει, ο πιτσαδόρος απαντάει, ο πελάτης σπρώχνει τα λεφτά κάτω από την πόρτα και ο πιτσαδόρος σπρώχνει την πίτσα (κάτω από την πόρτα επίσης).

Ναι, η πίτσα ρομάνα είναι λεπτή. Και μινιμαλιστική. Στα τέσσερα υλικά, ο πιτσουργός (τουλάχιστον στη Ρώμη) μπλοκάρει, και όταν λέω τέσσερα υλικά, μετρήστε μέσα σε αυτά και τη ζύμη (φύλλο, ίσως), τη σάλτσα (υπάρχουν και πίτσες χωρίς σάλτσα) και την εξαιρετικά σπάνια μοτσαρέλα (σπάνια επάνω στην πίτσα, εννοώ). Το παλέψαμε να βρούμε μαγαζί να σερβίρει πίτσα ναπολετάνα, αλλά δεν προκάμαμε.

Στο εστιατόριο παραγγέλνεις διάφορα πιάτα, τα οποία σου έρχονται με συγκεκριμένη σειρά, και δυστυχώς by default η σαλάτα έρχεται στο τέλος. Τα μακαρόνια (πρώτο πιάτο, και τυπικά μειωμένη μερίδα) είναι εξ ορισμού al dente και με τυρί μόνο αν το λέει η συνταγή (αν και κάποια στιγμή που μπουχτίσαμε και ζητήσαμε κουάλκε μινούτι ντι κοτούρα ντι πιου ε ουν πο ντι πεκορίνο, μας ήρθαν λίγο πιο βρασμένα και μας έφεραν και λίγο εξτρά τριμμένο τυρί να βάλουμε). Τα κύρια πιάτα είναι ακριβώς αυτά που λένε. Π.x. παραγγείλαμε σκαλοπίνια με σάλτσα λεμόνι ως κύριο πιάτο, μας ήρθαν δύο ψιλά σκαλοπίνια με μια αραιή σάλτσα λεμόνι. Καμία γαρνιτούρα. Και το νερό, νεράκι πάντα, ακριβό, και μάλιστα πρέπει να τους πεις να μην είναι αεριούχο. Οποιαδήποτε μορφή σπαγκέτου με σάλτσα αματριτσάνα ήταν η μόνη επιτυχημένη επιλογή στα διάφορα σημεία που είπαμε να φάμε, και ως ποιότητα και ως ποσότητα. Κάποια στιγμή, σε διπλανό τραπέζι σέρβιραν «ινσαλάτα γκρέκα», αλλά παρότι κοιτάζαμε σα λιμασμένοι, δεν μπορέσαμε να εντοπίοουμε ποιο πιάτο ήταν. Ίσως ήταν ένα πιάτο που είχε πολύ μαρούλι και καθόλου ντομάτα ή αγγούρι. Ήταν και το μόνο πιάτο που θύμιζε σαλάτα. Λάδι δεν υπήρχε στο πιάτο αν δεν το έγραφε το μενού.

Ίσως η καλύτερη στιγμή μου φαγητού ήταν όταν παρέσυρα στην ακολασία τον έτερο τσουτσουνοφόρο της παρέας (άλλο που δεν ήθελε, εννοείται) και περάσαμε από ένα μαγαζάκι κοντά εκεί που μέναμε, που είχαμε δει πως είχε και ντονέρ (γνωστό και ως γύρος). Έβγαλε η θείτσα μια πίτα σαν αραβική αλλά πιο άψητη, με κοιτάει, την κοιτάω, της κάνω νεύμα (σε στιλ Τζον Μπελούσι στο Μπλουζμπράδερς στη φάση που του έβαζαν να δοκιμάσει σαμπάνια) βάλε απ' όλα, κι έβαλε απ' όλα: κρεμμύδι, ντομάτα, σάλτσα κόκκινη, σάλτσα άσπρη, καυτερή, μαρούλι, μελιτζανοσαλάτα, ταχινοσαλάτα, μουστάρδα, πίκλες (ως εδώ θυμάμαι, αλλά έβαλε κι άλλα, και γύρο βέβαια). Ένα λεπτό στο φούρνο μικροκυμάτων όσο ετοιμαζόταν ένα δεύτερο ίδιο, πόσο κάνει; μόνο φράγκα επτά, αφού το θέλαμε, το πήραμε, ήπιαμε και μια μπιρίτσα στο σπίτι, μια χαρά με 3,5€ το κομμάτι. Διότι το κόστος γενικότερα στη Ρώμη είναι για τουρίστες που έχουν μάθει σε αντίστοιχες τιμές με αντίστοιχους μισθούς. Όχι ότι δεν υπήρχαν και καλές τιμές σε παπούτσια ή ρούχα (εδώ εμπιστεύομαι το γυναικείο κριτήριο και εμπειρία), αλλά θα επανέλθω (και με φωτογραφίες!) στο θέμα των τιμών, για να εκτιμήσουμε λίγο και την κατάσταση στη χώρα μας.

Η βίλα Μποργκέζε και το περιβάλλον τεράστιο πάρκο είναι μια από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις, για το υπέροχο πράσινο, για τις συχνές βρυσούλες, και για την τουλάχιστον μια ώρα που κάτσαμε και ξαπλώσαμε στο γρασίδι, ίσως την πιο γαλήνια ώρα στο τετραήμερο παρά κάτι που κάτσαμε στη Ρώμη.

Αυτά επί του παρόντος. Μπορεί να θυμηθώ και άλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φλυαρείτε.