Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Προστριβές

Πάλι μάλωσα τον Αλέξανδρο σήμερα το απόγευμα (μπαίνει «να πλύνει τα χέρια του» στο βεσέ, ανοίγει τη βάνα του ζεστού, βάζει κρεμοσάπουνο και πάει να βάλει τα χέρια του κάτω απ' το νερό.) Αφήνω απέξω τις γραφικές αφηγήσεις, και θα πω ότι τον έβαλα τιμωρία στο δωμάτιό του (διότι έκανε κάτι που του έχω πει να μην κάνει). Ήταν και ο παππούς του¹ εκείνη την ώρα στο σπίτι, οπότε έριξε και μπόλικο από το σπαραξικάρδιο κλάμα του. Τέλος πάντων, τον άφησα δύο λεπτά μόνο του, μετά μπήκα και του άρχισα το κήρυγμα, και καταλήξαμε στο εξής:

«Κατάλαβες, Αλέξανδρε;»
«Ναι.»
«Ό,τι λέμε εγώ κι η μαμά…;»
«Αυτό θα κάνω.»

Πέρασαν οι ώρες, ήταν η ώρα που έπινε το γάλα και η Αθανασία δίπλα έβλεπε «παιδάκια» (το «Ευτυχισμένοι μαζί», δηλαδή). Εγώ άλλαζα θέσεις επειδή κουραζόταν το χέρι μου να κρατάω το ποτήρι (το πίνει και με το ραχάτι του), εκείνος μου έκανε νάζια και ματιές² και μου κωλοτριβόταν γενικώς. Κάποια στιγμή τον φιλάω στο κεφάλι, και μου λέει «κι εσένα» και με φιλάει κι εκείνος στο κεφάλι.

Του λέω (σημειώστε πως έχει παρατηρήσει τα καταφατικά νοήματα και τα «ναι, ναι» που λέει ένας ακροατής όταν ο άλλος μιλάει πολλή ώρα, και τα κάνει και αυτός όταν του μιλάς σοβαρά):

«Αλέξανδρε,» («Ναι!»)
»από την ώρα που σε μάλωσα,» («Ναι!»)
»όλο γλύκες είσαι.» («Ναι!»)
»Μήπως να σε μαλώνω κάθε μέρα;»
«…όχι!…» (φανταστείτε το «όχι» ίδιο σε διάρκεια και τονικότητα με το «Για μαλάκες ψάχνεις;»)

Χμ. Δεν μπορώ να το μεταφέρω καλά, αλλά επειδή του είπα ότι θα τα γράψω στο blog για να τα διαβάσει όταν μεγαλώσει, σκέφτηκα να φανώ συνεπής.


¹ Ο πεθερός μου και ο Αλέξανδρος πρέπει να έχουν παράνομη σχέση πίσω από την πλάτη μας :) Πέρα από την πλάκα, είναι το πρώτο εγγόνι του και δεν μπορεί να του χαλάσει χατίρι, και άμα μαλώνουμε τον Αλέξανδρο και είναι παρών ο πεθερός μου, κάλλιστα μπορεί να σηκωθεί και να φύγει θυμωμένος μαζί μας.

² Παίζει πολύ το ποιος νονός σε βάφτισε, προφανώς. Ο Γιάννης (νονός Αλέξανδρου), όπως νομίζω έχω ξαναπεί, είναι μεγάλη λέρα, και ο Αλέξανδρος πάει κατά 'κεί. Άλλο παράδειγμα επιρροής του νονού: πέρασε ο Αργύρης (νονός Μενέλαου) το μεσημέρι από το σπίτι. Αφού έφαγε ο Μενέλαος, λέω στον Αργύρη: «Δεν βάζεις τον Μενέλαο για ύπνο; Δεν θα αργήσει. Βάλ' τον στην κούνια του και κάτσε στο δίπλα κρεβάτι.» Τρία λεπτά και δεκατρία δευτερόλεπτα αργότερα, ο Μενέλαος ήταν ένας μπρούμυτος λιπόθυμος μπόγος και του Αργύρη είχαν ήδη αρχίσει να του στάζουν τα σάλια πάνω στο διπλανό κρεβάτι. Ευτυχώς δεν ροχαλίζει.

1 σχόλιο:

  1. "... Μενέλαος ήταν ένας μπρούμυτος λιπόθυμος μπόγος και του Αργύρη είχαν ήδη αρχίσει να του στάζουν τα σάλια πάνω στο διπλανό...."

    χαχαχαχα και γαμώ τις περιγραφές ρεεεεεεεεεεεεε χαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Φλυαρείτε.