Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

ΚαλΟμελέτα κι έρχεται

Χθες, ελλείψει άλλου φαγητού, έλαβα εντολή από την Αντμιράλαινα άμα τη επιστροφή μου στο σπίτι να φτιάξω ομελέτα για τα παιδιά για το σχολείο για σήμερα. Φτάνω στο σπίτι και γίνεται κουβέντα ολόκληρη: ο Αλέξανδρος γουστάρει τρελά ομελέτα «σπέσιαλ» όπως την κάνω, ο Μενέλαος λέει πως δεν του αρέσει καθόλου, αλλά καταλήγουμε πως συμβιβάζεται άμα δεν του έχω βάλει τυριά και πατάτες μέσα, οπότε η ομελέτα έγινε δύο ομελέτες με διαφορετικά συστατικά. Η γκρίνια φυσικά συνέχισε και αρχίσαμε τα παζάρια για την ελάχιστη απαιτούμενη ποσότητα φαγητού που θα φαγωθεί, οπότε κάποια στιγμή κάνω το (προσωρινό, ευτυχώς) λάθος να πω στον Μενέλαο: «Φάε όσο θες.»

Με εντυπωσιακή επίδειξη διαύγειας, προβλεπτικής ικανότητας και σωστής χρήσης των χρόνων, ο Μενέλαος μου λέει: «Μπαμπά, όταν αύριο το μεσημέρι θα έχεις ξεχάσει ότι μου είπες να φάω όσο θέλω, εγώ θα σου θυμίσω ότι μου είχες πει να φάω όσο θέλω.»

Φυσικά, ως ακριβολόγος κι εγώ, συνειδητοποιώ πως έκανα μέγα σφάλμα, οπότε επιτόπου ανακαλώ: «Εντάξει, λοιπόν, το αλλάζω: φάε τουλάχιστον ένα κομμάτι.»

Σήμερα το μεσημέρι, με το που με βλέπει από μακριά ο Μενέλαος να πλησιάζω την πόρτα του σχολείου, φωνάζει: «Μπαμπά! Έφαγα τουλάχιστον ένα κομμάτι!» Όταν πλησίασα και τον ρώτησα: «Δηλαδή, έφαγες ένα κομμάτι μόνο;», συγκατένευσε.

Καλομελέτα κι έρχεται, λοιπόν. Η εφηβεία.

Επίσης, ο Μενέλαος με ψάρωσε πάρα πολύ καλά: τυπικά, ως αφηρημένος, στην κοσμάρα του και αλλού γι' αλλού, σχεδόν ποτέ δεν έχει διαβάσει στο διάστημα του ολοήμερου που κάθονται μέχρι τις 15:30. Μου είπε, λοιπόν, πριν το σπίτι: «Έχω μόνο μια φωτοτυπία να κάνω.» Φτάνουμε σπίτι και, αφού διεκπεραιώνουμε κάποιες άλλες διαδικασίες πρώτα, έρχεται με την φωτοτυπία από την τσάντα και μου ανακοινώνει: «Έπεσες στην παγίδα μου!» και μου δείχνει την φωτοτυπία συμπληρωμένη. Πραγματικά έπεσα στην παγίδα του :)

Και ένα παλαιότερο, σχετικό με Power Rangers. Δεν είναι μόνο ο Μενέλαος που έχει τη δόση του, αν και παραμένει ο μόνος που, μόλις βάλει PR, τρέχει να φορέσει μαύρα γυαλιά πριν αρχίσει να αντιγράφει τις κινήσεις από την τηλεόραση. Μια δόση μικρή έχει και ο Αλέξανδρος, αλλά την κρύβει καλύτερα. Και εξηγώ!

Κάθε βράδυ είμαι διαθέσιμος για να διαβάσουμε ό,τι βιβλίο θέλουμε αφού ξαπλώσουμε, με τον μοναδικό όρο: στις εννέα η ώρα σταματάω το διάβασμα. Συνεπώς, είναι στο χέρι τους αν και πότε θα ξαπλώσουν για να διαβάσουμε. Τυπικά, βέβαια, μόνο τα βράδια πριν από σχολείο καταλήγουμε να διαβάσουμε, αφού τα άλλα βράδια μένουν παραπάνω ώρα ξύπνιοι. (Πρόσφατα τελειώσαμε τον Χάρη Πώττα τον πρώτο, και συνεχίζουμε με τον δεύτερο, αλλά μακρηγορώ.)

Ένα βράδυ δούλευα στον υπολογιστή και με φωνάζουν για διάβασμα. Βγαίνω, εξοπλίζομαι με το βιβλίο, τον φακό για αυτή τη δουλειά (κοιμούνται με ένα πολύ μικρό φωτάκι νυχτός, που δεν αρκεί για διάβασμα) και κάθομαι στο κρεβάτι του Αλέξανδρου να περιμένω, χωρίς να ανάψω φως. Τα παιδιά όμως έχουν ξεχαστεί στο σαλόνι για λίγη ώρα. Κάποια στιγμή, έρχεται στο δωμάτιο ο Αλέξανδρος, χωρίς να ξέρει πως είμαι εκεί, και υπό το φως της πολύ μικρής λάμπας νυκτός αρχίζει να κάνει κινήσεις Power Rangers μόνος του.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα περνούν, και νιώθει μια παρουσία μέσα στο δωμάτιο. Γυρίζει, με βλέπει, τινάζεται κοψοχολιασμένος, μου λέει: «Εδώ είσαι; Δεν σε είδα.» και αμέσως μετά προσθέτει «Με είδες που μπήκα στο δωμάτιο κι έκανα βλακείες, ε;»

Γέλασα προφανώς, τον αγκάλιασα και του είπα: «Δεν πειράζει, αγάπη μου, όλοι τα έχουμε κάνει αυτά.»

Και αυτό μου θύμισε μια άλλη μέρα που τους πήρα από το σχολείο: ο Μενέλαος φόραγε μπουφάν, ο Αλέξανδρος όχι, κι ούτε καν το κουβάλαγε στα χέρια. Τον ρωτάω: «το μπουφάν σου πού είναι;» Με καθησυχάζει: «Το έχω στην τσάντα. Το φοράω το πρωί που με βλέπει η μαμά, και μετά το βγάζω και το βάζω στην τσάντα.» Του λέω: «Αν όμως κρυώνεις, το φοράς;» «Ναι, βέβαια!» λέει, και προσθέτει: «Πειράζει;»

«Όχι, αγάπη μου, τι να πειράζει; Μην ανησυχείς, τα περισσότερα αγόρια αυτό κάναμε: φοράγαμε πολλά ρούχα όταν κρύωναν οι μαμάδες μας και τα βγάζαμε όταν δεν μας έβλεπαν.»

Με ξαφνικό ενδιαφέρον, με ρωτάει: «Δηλαδή, κι εσύ το ίδιο έκανες στη γιαγιά την Αλεξάνδρα;»

«Ναι, αγάπη μου, κι εγώ το ίδιο έκανα.»

Πιάνει το πολιτικάντικο ύφος του, ανοίγει διάπλατα τα χέρια του και αναφωνεί: «Μα πόσο πολύ ταιριάζουμε;!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φλυαρείτε.