Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Παλιές φυλλίες

♫ Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο ♫
με τον φίλο μου τον Αργύρη, είχαμε ένα θέμα που ήταν μια σκοτεινή κηλίδα στη σχέση μας: οι τυρόπιτες. Συγκεκριμένα, οι τυρόπιτες της Φώφης⁰. Βέβαια, δεν ήταν ακριβώς τυρόπιτες, αλλά φυλλόπιτες (δεν είχαν τυρί μέσα, ή μάλλον, δεν είχαν ακριβώς τυρί μέσα. Ήταν κάτι που έμοιαζε με τυρί. Το μόνο σίγουρο ήταν πως είχαν φύλλο (σφολιάτα), εξ ου και «φυλλόπιτα»).

Εγώ έπαιρνα τυρόπιτα, και ο Αργύρης ερχόταν να φάει μια μπουκιά. Εγώ έμαθα να κρατάω την τυρόπιτα από την άκρη, ίσα-ίσα να τη στηρίζω, επειδή ο Αργύρης μου έμαθε (δε χαρντ γουέι) πως μια τυρόπιτα είναι μια μπουκιά και κάτι. Επειδή λοιπόν εγώ ήμουν συναισθηματικώς (και φυσικώς) συνδεδεμένος με τα δάχτυλά μου, την κράταγα έτσι ώστε ο Αργύρης να φάει τη μπουκιά του και εμένα μου έμενε το κάτι.

Η σχέση μας έχει περάσει διάφορα στάδια. Κάποτε, ας πούμε, είχαμε άτυπο διαγωνισμό ποιος θα κλείσει το τηλέφωνο στον άλλο την ώρα που δεν το περιμένει. Τώρα τελευταία, βάλε εγώ τα παιδιά, βάλε ο Αργύρης τις όποιες εργένικες ασχολίες που δεν θυμάμαι πια τι θα μπορούσαν να είναι, είναι φορές που δεν μπορούμε να μιλήσουμε, ή απλώς βαριόμαστε.

Με παίρνει τηλέφωνο σήμερα, και θυμηθήκαμε για διάφορους λόγους τα παλιά. Δεν έχει πολλή σημασία αν χάσετε ποιος λέει τι, επειδή σε τέτοιες καταστάσεις το «εγώ» χάνει υπόσταση (συνεπώς, κι εγώ δεν είμαι σίγουρος ποιος είπε τι, και με ποια σειρά)

—…μάλιστα. Ωκαίει.
—Α, κλείνουμε;
—Γιατί, τι άλλο θέλεις;
—Θέλω και τυρόπιτα!
—Α. Θα σου φέρω. Έχω ακόμα μία από τις παλιές.
—Α, ωραία. Δε χαλάνε αυτές, άλλωστε. Το τυρί χαλάει.
—Αν και μάλλον έχει γίνει πια χορτόπιτα. Ή μανιταρόπιτα.
—Μυκητόπιτα.
—Bluecheesepie.
—Δεν θα μπορείς να τη βρεις.
—Να τη βρω, θα μπορώ, απλά θα χρειάζομαι τσεκούρι.
—Θα 'χει φύγει.
—Την έχω στην αυλή.
—Τυρόπιτα on the wild.
—Τυρόπιτα αλανιάρα.

…και άλλα τέτοια χαρούμενα. Αυτές οι στιγμές είναι οι καλύτερες, και άντε να τις μαζέψεις για να τις κάνεις σειρά στην τηλεόραση για να χεστείς στο τάλιρο. Μετά σου λένε για φαμπέζ, τι ευρηματικό αστείο, και τους λες για σγρήγορους και σε κοιτάνε με απορία.


⁰ Ο νονός του Αλέξανδρου, ο Γιάννης, που ήταν μαζί μας στο σχολείο, πήγαινε να πάρει επίσης φυλλόπιτα από την Φώφη. Καμιά φορά τύχαινε τον κυρ-Χρήστο, πατέρα της Φώφης, οπότε του έλεγε: «Φώφο, πιάσε μια τυρόπιτα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φλυαρείτε.