Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ώρα Φαγητού

Το Σάββατο σε περιμένουμε σπίτι μας να φας μακαρόνια από το χεράκια του Χρήστου.

Απλά πες μας τι ώρα θα έρθεις για να προλάβω να κάνω μπάνιο, να ξυριστώ, να αρωματιστώ και να βάλω τα καλά μου. 

Καλέ φίλε του Χρήστου και των παιδιών (τα οποία θα χαρούν ιδιαίτερα), μην έρθεις με άδεια χέρια και μη φέρεις κάτι συμβολικό. Φέρε κάτι αξίας!

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ήπειρος Αθάνατη!

Η πινακίδα είναι γραμμένη σε "βαριά" τοπική διάλεκτο και για όποιον δεν είναι μυημένος σε αυτή, ο άνθρωπος που την ανήρτησε φρόντισε να φτιάξει και μια... μεταφρασμένη!

 


 Tι θέλει όμως να πει ο... ποιητής;

Για όσους δυσκολεύονται έχει αναρτηθεί και η σχετική μετάφραση:





Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Τι θα γίνει το παιδί μου όταν μεγαλώσει

Σήμερα είναι η μέρα των αναρτήσεων και το γουστάρω αφάνταστα...

Ο Αλέξανδρος και ο Μενέλαος έχουν ξεκινήσει μαθήματα ποδοσφαίρου. Ο Αλέξανδρος χάρηκε πάρα πολύ γιατί θεωρεί ότι είναι ή θα γίνει καλός ποδοσφαιριστής. Ο Μενέλαος είναι λίγο πιο προσγειωμένος γιατί το βλέπει, ακόμα τουλάχιστον, σαν παιχνίδι και όχι ανταγωνιστικά.

Έτσι λοιπόν, μέσω του Αλέξανδρου, ίσως μία από τις επιθυμίες μου γίνει πραγματικότητα!

Σε λίγα χρόνια, και όταν θα μπορεί να κοντρολάρει και να σουτάρει την μπάλα καλύτερα, θα πηγαίνω να τον βλέπω στο γήπεδο. Και όταν σουτάρει σε κενό τέρμα και η μπάλα βγαίνει άουτ και όλοι φωνάζουν "γ.....ώ τη μάνα σου" θα σηκώνομαι όλο περηφάνεια και θα λέω "ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ" 

Δεινόσαυροι ή Άνθρωποι;

Τις τελευταίες ημέρες έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα. Για τους δεινόσαυρους, αν και είναι ένα είδος το οποίο έχει εξαφανιστεί εκατομμύρια χρόνια πριν, γνωρίζουμε περισσότερα πράγματα για τον τρόπο που λειτουργούσαν σε σχέση με τον άνθρωπο.

Ο Αβελίσαυρος π.χ ήταν δίποδος σαρκοφάγος δεινόσαυρος που έφτανε τα 7 με 9 μέτρα. Αν υπήρχε ακόμα φαντάζομαι ότι ο άνθρωπος θα αισθανόταν μπροστά του σαν μία μπουκίτσα χαβιάρι τοποθετημένη στο τραπέζι του καλύτερου εστιατορίου.

Λόγω διάφορων καταστάσεων που έχω περάσει το τελευταίο διάστημα και με μία μικρή βοήθεια, έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: Αν κάτι μας φαντάζει σαν ένας τεράστιος δεινόσαυρος δε χρειάζεται να αισθανόμαστε μικροί και αβοήθητοι. Η δύναμη που έχουμε μέσα μας είναι μεγαλύτερη απ' ότι φανταζόμαστε. Και ένα πράγμα που μας διαφοροποιεί από αυτά τα παράξενα ερπετά είναι το γεγονός ότι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να επιλέξουμε πώς θέλουμε να είναι η ζωή μας.

Δεινόσαυρος - Άνθρωπος: 0-1

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Summer 13 status report A

Αρκετές νύχτες στις διακοπές, πριν τον ύπνο, είχαμε να δούμε Καραγκιόζη. Πρόχειρος μπερντές ένα λεπτό τραπεζομάντηλο, στο παράθυρο μεταξύ δύο δωματίων (περίεργο ακούγεται, αλλά τα δωμάτια δεν δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα.) Γενικώς παίχτηκαν αρκετές καλές ατάκες (εννοείται πως λόγω συγγενείας ανεχτήκαμε πολλές μιμήσεις πορδών, όπως και τα περιστασιακά οργανωτικά διαλείμματα όπου ο ένας καραγκιοζοπαίχτης καθοδηγεί τον άλλον, ή τσακώνονται για το ποιο έργο θα παίξει, μέχρι να το ανακοινώσει ο Μενέλαος με ένα «αγαπητέ μου κοινό…»), αλλά τώρα θα σας περιγράψω δύο σκηνές (ουσιαστικά μία, αλλά διακεκομμένη) που νομίζω αξίζουν να μείνουν στην ιστορία του κινηματογράφου, εκεί δίπλα στα “Top Secret!” και “Naked Gun”.

Σκηνή: ο Αλέξανδρος ελέγχει τον Καραγκιόζη, ο Μενέλαος τον άλλο Καραγκιόζη, αλλά για να προσπεράσουμε το παράδοξο, λέμε πως είναι ο Σταύρακας ο αδελφός του Καραγκιόζη.

Τσακώνεται ο Καραγκιόζης με το Σταύρακα, οπότε ο Καραγκιόζης καρφώνει σιγά-σιγά στο έδαφος τον Σταύρακα κοπανώντας τον, και ο Σταύρακας θάβεται πλήρως. Ακούγεται επική μουσική, κάτι μεταξύ μουσικής επένδυσης Καραγκιόζη και ταινίας με υπερήρωες:
Νταν-ντα ντα ντα νταν-ντα ντα ντα ντα ντα νταν-ντα ντα ντα νταν (μόνο τρεις νότες όμως)

Το χέρι του Σταύρακα/Καραγκιόζη ξεπροβάλλει αργά από το έδαφος, ο οποίος δεν σταματάει όταν εμφανιστεί ολόκληρος, αλλά συνεχίζει την αργή, ανοδική του πορεία μέχρι να εξαφανιστεί στον ουρανό. Η μουσική σταματάει.

Ο Καραγκιόζης συνεχίζει με ένα μονόλογο, και συντόμως, εντελώς ανύποπτα, ακούγεται πάλι η επική μουσική.

Το χέρι του Καραγκιόζη/Σταύρακα εμφανίζεται στον ουρανό από δεξιά, και με την ίδια αργή πορεία ο Σταύρακας πετάει πάνω από τον Καραγκιόζη μέχρι να εξαφανιστεί αριστερά. Η μουσική σταματάει πάλι. Ξεχνάμε τον Σταύρακα τώρα. Εξαφανίζεται για τα καλά.

Έρχεται ο Μπάρμπα-Γιώργος (δια χειρός Μενέλαου πάλι). Διάλογος με τον Καραγκιόζη, που αναπόφευκτα οδηγεί και πάλι σε τσακωμό, οπότε και πάλι ο Καραγκιόζης καρφώνει στο έδαφος και τον μπάρμπα-Γιώργο, ο οποίος επίσης θάβεται τελείως. Ξανά η επική μουσική, κι ο μπάρμπα-Γιώργος αρχίζει να ανεβαίνει σιγά-σιγά. Ανεβαίνει, ανεβαίνει, και όταν εμφανιστεί ολόκληρος, διαπιστώνουμε πως στέκεται πάνω στους ώμους του Σταύρακα, και συνεχίζουν αμφότεροι την ανοδική πορεία μέχρι να εξαφανιστούν στον ουρανό.

Η μουσική σταματάει πάλι. Τέλος ιστορικής σκηνής.

Σε κατοπινή αναπαράσταση, ο Κολλητήρης σταμάτησε την ανοδική πορεία και άρχισε την αργή πτώση σκυμμένος, ενώ ακούγεται το επεξηγηματικό «αλεξίπτωτο κώλου!» Πιο μετά, σε αντίστοιχη φάση, ακούστηκε και το «αλεξίπτωτο νύφης!».

Εύφημο μνεία αξίζουν και τα ειδικά εφέ: π.χ. όταν κάποια στιγμή ο Καραγκιόζης ρώτησε τον Κολλητήρη αν του άρεσε το φαγητό (παπούτσια με τηγανιτά φλούδια πατάτας), ο Κολλητήρης απάντησε με ένα μεγαλοπρεπές ρέψιμο, ενώ η σκιά του καραγκιοζοπαικτικού ελεύθερου χεριού έκανε το ωστικό κύμα.

Δείγμα διαλόγου:
Α: Είμαι άνεργος εννέα χρόνια. Όταν δούλευα, ξύριζα μουστάκια. Φέρε μου τον αδερφό μου.
Μ: Κάτσε να σου φέρω τον συνάδελφό σου!
Α: Τον αδερφό μου, ρε, όχι τον συνάδελφό μου!
(φωνή από κοινό): Συνάδελφος είναι κι αυτός, ήταν οικογενειακή η επιχείρηση.

Κι άλλο δείγμα διαλόγου:
Ο Καραγκιόζης νύφη εκ δεξιών (Αλέξανδρος), ο μπάρμπα-Γιώργος (Μενέλαος) εξ αριστερών. Ο μπάρμπας φέρνει την νύφη οδηγώντας πολύ γρήγορα. Σταματούν.
Α (νύφη αλλά με κανονική φωνή): Έτρεχες τόσο γρήγορα, που με έπιασε διάρροια και θέλω να χέ-
Μ (ως σκηνοθέτης): Μίλα κοριτσίστικα!
Α (με κοριτσίστικη φωνή): Τα 'φτυσα!

Στην παρέα εγώ με Αθανασία, Γιάννη (νονός Αλέξανδρου, δυστυχώς δεν μπόρεσαν να κάτσουν πολλές ημέρες), Κατερίνα (σύζυξ Ιωάννου), παππού Μενέλαο (γνωστός και ως πεθερός). Δεν θυμάμαι πώς, ίσως λόγω τάσεων της μικρής Χρυσάνθης (του Γιάννη και της Κατερίνας) έχει έρθει η κουβέντα στη Νάντια Κομανέτσι. Μνημονεύουμε το τέλειο δεκάρι της στους Ολυμπιακούς της Μόσχας, πόσο καλή ήταν, πόσο γυναικάρα όπως εξελίχτηκε, έναν πολύ καλό γάμο που έκανε κτλ.

Γιάννης: «Γενικώς, ήταν πολύ καλή και στις ασκήσεις εδάφους, και στη δοκό, παντού. Και, όπως αποδείχτηκε πιο μετά, και στο κρεβάτι.»
Πεθερός: «Α, στην φαρδιά δοκό!»

Κάθομαι στο πεζούλι μεταξύ δρόμου και παραλίας παρέα με τον Αλέξανδρο και το νονό του το Γιάννη. Κάποια στιγμή μου λέει ο Αλέξανδρος: «Μπαμπά, να σου πω τι έχω καταλάβει;»
«Πες μου.»
«Όποτε ερχόμαστε στην παραλία, η μαμά τσακώνεται.»
Τον κοιτώ περιμένοντας τη συνέχεια.
«Τσακώνεται μαζί μου! Συνέχεια τσακωνόμαστε!»
Συνεχίζω να τον κοιτώ, οπότε εξηγεί:
«Φίλε, την έχω περάσει την εφηβεία, είμαι σίγουρος. Από τα επτά πήγα κατευθείαν στα δεκαοκτώ.»

Πιο μετά, κάθομαι στην ψάθα. Η Αθανασία μου φωνάζει μέσα από το νερό: «Χρήστοοοο! Τι ώρα είναι;»

Βγάζω το κινητό από τη μπανάνα να δω την ώρα. Κοιτάζω με στοργή το υπερδεκαετές 5100, που με είχε υπηρετήσει πιστά τόσα χρόνια πριν παροπλιστεί, και που ακμαίο επανήλθε στην ενεργό δράση πέρσι μετά το κυματικό πλήγμα που έχω περιγράψει σε προηγούμενο τεύχος. Η μνήμη μου γεμίζει θύμησες, πόσα έχουμε περάσει μαζί, πόσες φορές το έχω ρίξει επίτηδες λέγοντας ένα δήθεν ανέμελο «α! μου έπεσε!», το κινητό που ήταν ο ακόλουθός μου σε τουλάχιστον δύο σχέσεις μου, και απαντώ στην Αθανασία: «Ώρα να πάρω smartphone!»

Στην αβέβαιη έκφραση της Αθανασίας, απαντώ δια νεύματος πως είναι μία η ώρα.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, όμως, και βάσει της χρονικής διάρκειας των διακοπών των παιδιών, εξασφαλίσαμε μία μέρα αντρίκιων διακοπών: αύριο Δευτέρα θα καθίσουμε όλη μέρα και θα ματώσουμε από το ξύσιμο στο σπίτι. Η αλλόφυλη μαμά, βέβαια, μας κοίταζε σαν εξωγήινους ή διανοητικά καθυστερημένους, και μας απείλησε ότι θα πάει μόνη της στη θάλασσα (μετάφραση στα Αντρικά: μας υποσχέθηκε να μας αφήσει ήσυχους :) ).

Λίγο πριν ποστάρω, ο Αλέξανδρος δίπλα μου ρωτάει τι κάνω. Του εξηγώ ότι ετοιμάζομαι να αναρτήσω στο διαδίκτυο τις ατάκες του. Κοιτάει και σχολιάζει: «Πω πω, πόσα έχεις γράψει… Διάσημος!»

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ευπειθώς αναφέρω

Έχουμε παρκάρει τα παιδιά στη Λευκάδα από το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, παρέα με τα πεθερικά μου.

Πριν λίγο χτύπησε το τηλέφωνό μου (ευτυχώς όχι σοβαρά, δεν το βαριέμαι ποτέ αυτό το αστείο, thank you, I'll be here all week) αλλά δεν το πρόλαβα. Το είδα και ήταν κλήση από την πεθερά μου. Κάλεσα πίσω και αμέσως απαντάει ο Αλέξανδρος.

—Μπαμπά!
—Παιδί μου!
—Εγώ σε κάλεσα! Σε βρήκα από τις επαφές και σε πήρα!
—Μπράβο, αγάπη μου!
—Μπαμπά;…
—Ναι, παιδί μου!
—Το τηλέφωνο του παππού το έχεις;
—Το έχω το τηλέφωνο του παππού.
—Θέλω να τον πάρεις και να του πεις πως ο Αλέξανδρος, εγώ δηλαδή, του θυμίζει ότι σήμερα υποσχέθηκε να μη πάει στο καφενείο, αλλά άμα πήγε, να κάτσει λίγο με τον φίλο του τον δάσκαλο και μετά να έρθει επάνω [στο σπίτι].
—Εντάξει, παιδί μου.
—Άντε γεια.

Η γραμμή κλείνει, και εκτελώ πειθήνια τις εντολές του τζούνιορ του πρεσβύτερου.

Προχθές είχε πάλι χτυπήσει το τηλέφωνό μου και ήταν ο πεθερός μου. Μου μίλησε ο Μενέλαος:

—Μπαμπά;
—Παιδί μου!
—Μπαμπά;
—Παιδί μου! [έτσι είναι το πρωτόκολλο μεταξύ μας, double handshake, για λόγους που ίσως μπορείτε να φανταστείτε)
—Μπαμπά, να σου πω κάτι;
—Να μου πεις, αγάπη μου.
—Μπαμπά… [και ψιθυριστά:] είσαι σκατόφατσα.
—Κι εσύ είσαι βρωμιάρης!

(«Βρωμιάρης» και «Σκατόφατσα» είναι τα callsigns που έχουμε στα κράνη μας όταν πετάμε και πολεμάμε.)

Είχαμε βγει πριν κάνα μήνα για καφέ με μια παρέα που γνωριζόμαστε online και έχουμε ένα κοινό χόμπι. Είχε έρθει και η Αθανασία με τα παιδιά, παρέα με το Γιάννη, νονό του Αλέξανδρου (ο Αλέξανδρος έχει αποφασίσει το «νονέ» να το συντομεύει σε «νον»), την σύζυγό του Κατερίνα και τη μικρή τους Χρυσάνθη. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να κάτσουν πιο μακριά και να αφήσουν εμάς τους χομπίστες να πούμε τα δικά μας (βασικά θα βαριούνταν αφόρητα την κουβέντα μας). (Παρεμπιπτόντως, από εκείνη την έξοδο περνάω ένα προσωπικό δράμα λόγω ανελέητου δουλέματος από τη γυναίκα μου, αλλά δεν μπορώ να επεκταθώ σε λεπτομέρειες. Ίσως κάποτε στο μέλλον, όταν τα τραύματα θα έχουν επουλωθεί αρκετά :) )

Δυο μέρες πιο μετά, επρόκειτο να βγω για καφέ να γνωρίσω δύο ακόμα εκλεκτούς συνεργάτες που δεν είχα γνωρίσει ως τότε. Η Αθανασία προλογίζει στα παιδιά:

—Ο μπαμπάς θα βγει πάλι αύριο για καφέ… με γυναίκα.

Ο Αλέξανδρος δεν μπόρεσε να μην αντιδράσει:

—Ε, και τι έγινε; Ο μπαμπάς βγαίνει για καφέ με πολλές γυναίκες! Κάθε μία του δίνει πέντε ευρώ για να πληρώσει τον καφέ, και στο τέλος θα μαζέψουμε χίλια ευρώ και θα γίνουμε πλούσιοι!

Τα νοήματα σε αυτή την πρόταση είναι τόσο συμπυκνωμένα και περιπλεγμένα, που αφήνω εσάς να βγάλετε συμπεράσματα μόνοι σας. Δεν μπορώ όμως να μη τονίσω πόσο ενθουσιασμένος είμαι που ο Αλέξανδρος συνδυάζει αβίαστα άφεση, πρακτικότητα και αισιοδοξία. Αφού θα του τάξω ότι εκείνος θα οδηγήσει πρώτος το αυτοκίνητο.

Ο Μενέλαος ένα βράδυ ξαπλωμένος, κι εγώ δίπλα του. Ορέγομαι να δαγκώσω τη γάμπα του και του λέω:

—Θα σε φάω!
—Ναι, αλλά αν με φας, μετά δεν θα έχεις παιδί.
—Μπα, θα έχω τον Αλέξανδρο.
—Δεν είναι το ίδιο.

Ο Μενέλαος παρεμπιπτόντως συνεχίζει να πατάει αδυσώπητα τα κουμπιά της μάνας του (και οποιουδήποτε άλλου εύκαιρου) με μεθόδους τύπου «κλαψούρισμα», «βούρκωμα» κτλ. Μπορεί να μη καταφέρνει πάντα αυτό που θέλει, όμως θα ασκήσει το μερίδιο εξουσίας του. Μη ξεγελιέστε, όμως, από τον τρόπο που μιλάμε ο ένας στον άλλον. Έχει εμπεδώσει ότι ο καλύτερος τρόπος να καταφέρει κάτι μαζί μου, είναι η ευθύτητα, στο βαθμό που μπορεί να την εκφράσει.

Πήγαμε, λοιπόν, το Σ/Κ στη Λευκάδα, και φτάσαμε νωρίς. Προλαβαίναμε να κάνουμε ένα πρωινό μπάνιο. Αφού βουτήξαμε, λοιπόν, καθόμαστε στο πεζούλι ανάμεσα στην παραλία και στο δρόμο, εκεί που παλιά παίζαμε παιχνίδι ποιος θα βρει τις περισσότερες μάρκες αυτοκινήτων. Σταματάει ένα αυτοκίνητο και μας δίνουν κάτι φυλλάδια-προσκλήσεις για παράσταση Καραγκιόζη. Κάτι δεύτερα ξαδέρφια των παιδιών (από εξαδέλφη της Αθανασίας) φτιάχνουν πρόχειρες σαΐτες με τις προσκλήσεις. Ο Μενέλαος μου ζητάει να του φτιάξω κι εκείνου μία, το οποίο και γίνεται.

Προσπαθεί να πετάξει μακριά τη σαΐτα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Έρχεται σ' εμένα (τις προηγούμενες ημέρες ήταν παρκαρισμένος στη μάνα μου, πήγαμε τους πήραμε Παρασκευή και Σάββατο πρωί πήγαμε Λευκάδα, οπότε είχε ξεσυνηθίσει λίγο το mode «πώς να τα καταφέρω με τον μπαμπά») και μου λέει σχεδόν κλαψουριστά: «Μπαμπά, γιατί δεν πάει μακριά;»

Τον κοιτάω μια στιγμή, αλλά χαλάλι. «Επειδή την πετάς κόντρα στον άνεμο. Για πέτα την από εκεί!» του λέω, και την πετάω από εκεί. Φτάνει μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο, οπότε στα μάτια του Μενέλαου είναι πια χαμένη υπόθεση. Κανονικό κλαψούρισμα τώρα:

—Γιατί την πέταξες; Κι εγώ… [και τώρα τον κοιτάω κανονικά και με κοιτάει κι εκείνος και θυμάται σε ποιον μιλάει] …κι εγώ που έκανα τόσο κόπο για να σου πω να μου τη φτιάξεις;

Είναι δύσκολη η ζωή και απαιτεί από τα παιδιά πολύ περισσότερη ευελιξία την σήμερον από ό,τι παλαιότερα.

Είχα και κάτι άλλα να πω, αλλά τα έχω ξεχάσει σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα της βλογικής απραγίας. Αν μου έρθουν, θα επανέλθω. Τσίριο!

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Μπουρδίτσες

Μου το έστειλαν και προφανώς με πέτυχε σε καλή στιγμή, αφού γέλασα με μερικά.