(Βασικά, αγγούρια καλυβιώτικα ήθελα να είναι ο τίτλος της ανάρτησης, αλλά αφού δεν έβρισκα κάτι εξυπνοφανές στα αγγλικά, είπα να βάλω πολιτικώς ορθά «φυστίκια αράπικα». Το χρησιμοποίησα κάπου αλλού πρόσφατα, όπου αστειευόμενος κάποιος κατηγόρησε για ρατσισμό εμένα και την εκεί υπόλοιπη διαχειριστική ομάδα.)
Είναι οριστικό. Ο Αλέξανδρος έχει καταλήξει σε αναμενόμενα συμπεράσματα. Σήμερα το απόγευμα είχε ξυπνήσει με λίγο γκρίνια, και παίχτηκε στιχομυθία ολόκληρη με τη μάνα του για να πάει να φορέσει τις κάλτσες του (που ήταν ακόμη στο δωμάτιο των παιδιών). Ο παππούς Μενέλαος, πάντα εκτελώντας το θεάρεστο έργο του παππού¹, πήγε ο ίδιος να του τις φέρει. Εγώ, ως γνήσια μετεμψύχωση του Αρτέμη Μάτσα, έδωσα στεγνά τον παππού στην κόρη του και πήγα πίσω τις κάλτσες. Τελικά τις έφερε ο Αλέξανδρος, αλλά προφανώς με πολλή δυσφορία.
Του λέω: «Θα τις φορέσεις μόνος σου ή θα σε βοηθήσει κάποιος άλλος;»
«Θα με βοηθήσει κάποιος άλλος.»
«Ποιος θα σε βοηθήσει;»
«Έλα, μπαμπά, αφού ξέρεις ποιος με αγαπάει περισσότερο απ' όλους.»
«Μπα; Ποιος σε αγαπάει περισσότερο απ' όλους;»
«Αφού ξέρεις.»
«Δεν ξέρω.»
«Ξέεερειειεις…»
«Η μαμά;»
«Όχι.»
«Εγώ;»
«Όχι.»
«Ο Μενέλαος;» (ο αδερφός του δηλαδή)
«Όχι.»
«Ποιος, ο παππούς Μενέλαος;»
Δεν απαντάει, παρά κάνει κινήσεις με χέρια, κεφάλι και ώμους που σημαίνουν «Το παίζεις χαζός τόση ώρα και δεν καταλαβαίνεις το προφανές;»
Τι να κάνεις; Εν τω μεταξύ, όποτε είναι ο παππούς στο σπίτι και μιλάω εγώ ή η Αθανασία στον Αλέξανδρο, ο παππούς εκτελεί χρέη μεταφραστή ή διπλωματικού ενδιάμεσου. Αν συμφωνεί με αυτά που λέμε, απλώς επαναλαμβάνει (έκο-έκο), αν διαφωνεί, λέει αυτό που νομίζει πως θα έπρεπε να έχουμε πει. Λυπάμαι όποτε αναγκάζομαι να του κάνω παρατήρηση, αλλά αυτή είναι και η προτροπή της ψυχολόγου του δήμου που καμιά φορά περνάει από τον παιδικό σταθμό και μιλάμε οι γονείς μαζί της.
Το άλλο μεγάλο θέμα είναι ο Αλέξανδρος και η εμμονή του με τα βυζιά. Όχι μόνο με τα ίδια τα βυζιά, αλλά και με τη λέξη «βυζιά». Πέφτουν σχεδόν όλοι επάνω του «έλα, βλακείες, χαζομάρες» κτλ, ενώ εγώ περιορίστηκα στο να συμφωνήσουμε να μη λέει κάποιες λέξεις παρά μόνο αν είμαστε μεταξύ μας. Προσπάθησα να το συσχετίσω με άλλα παραδείγματα (κάποιοι δεν θέλουν να τους γαργαλάμε επειδή τους ενοχλεί, οπότε δεν το κάνουμε, ενώ άμα το κάνουμε παιχνίδι και το έχουμε συμφωνήσει, δεν πειράζει κλπ), και πιστεύω πως δεν το λέει πλέον παραέξω. Όταν με ρώτησε γιατί ενοχλεί άλλους η λέξη, τον παρέπεμψα να ρωτήσει τους άλλους.
Τυχαίνουν, έτσι, φορές όπου γίνονται φάσεις σαν να είναι καλεσμένος ο Πανούσης σε τηλεοπτική συνέντευξη²: είμαι μόνος σε ένα δωμάτιο με τον Αλέξανδρο κι αρχίζει ο Αλέξανδρος: «Βυζιά, βυζιά, βυζιά, βυζιά, βυζάρες, βυζάκια, βυζιά, βυζιά…» και δεν σταματάει, οπότε αρχίζω κι εγώ μαζί του. Αν υπάρχει φόβος να ακουστούμε, το κάνουμε χαμηλόφωνα. Μετά από αυτό, επιβεβαιώνει ο Αλέξανδρος: «Μπαμπά, δεν πειράζει που το λέμε μεταξύ μας, ε; Δεν το λέω στο σχολείο!»
Έλα όμως που η απαγόρευση λέξεων ίσως να γίνεται απαγόρευση εννοιών στο παιδικό μυαλό… αναφέρομαι στο «κακή λέξη» = «κακό αντικείμενο».
Σε φάση που έχει κάνει κακά ο Αλέξανδρος και τον πλένω, κοιτάει το δικό μου στήθος³ όπως ανάγλυφα διαγράφεται στη φανέλα και μου λέει:
«Μπαμπά, μου αρέσουν πολύ τα βυζιά σου!»
«Τι λες παιδάκι μου; Των γυναικών είναι πιο ωραία.»
«Όχι, τα δικά σου.»
«Τα δικά μου ή της μαμάς;»
«Τα δικά σου.»
«Τα δικά μου ή της θείας Αλέκας;»
«Τα δικά σου.»
«Τα δικά μου ή της γιαγιάς;» (δεν έχει σημασία ποιας, είναι αμφότερες στόχοι :)
«Τα δικά σου.»
Με ζώσαν τα φίδια: μήπως δεν φταίει μόνο ποιος του έχει κάνει παρατήρηση, αλλά του έχει μείνει κουσούρι; Οπότε έβαλα κι εγώ τα μεγάλα μέσα:
«Τα δικά μου ή της κυρίας Αναστασίας;» (η κυρία του στον παιδικό)
Τα μάτια του εστιάζουν κάπου στο άπειρο κι ένα γλυκό χαμόγελο χαράζεται στα χείλη του, και λέει:
«Της κυρίας Αναστασίας… Χρόνια τα ονειρεύομαι!»
SN(AFU).
Ο Μενέλαος ακόμα περιορίζεται να ασχολείται ο ίδιος με το τθουτθούνι του όποτε θυμάται πως είναι εκεί. Καμιά φορά ζητάει εξυπηρέτηση και από τη μάνα του. Δεν ξέρω τι γίνεται στη συνέχεια.
¹ Το θεάρεστο έργο ενός παππού είναι να εφευρίσκει ολοένα και πιο ευρηματικούς τρόπους να αποφύγει να πει όχι στο αγαπημένο του εγγόνι.
² Τρανό παράδειγμα: ο Καψής καλεί τον Πανούση για συνέντευξη (δυστυχώς δεν το εντόπισα στο youtube). Αραιά και πού, ο Πανούσης πετάει καμιά βωμολοχία και ο Καψής γελώντας του κάνει παρατήρηση και ο Πανούσης υποκριτικά συμφωνεί πως δεν είναι σωστό. Φάση πρώτη: μιλάει ο Καψής, και την ώρα που μιλάει, ακούγεται ο Πανούσης στο υπόβαθρο να λέει χαμηλόφωνα: «πούτσος, πούτσος, πούτσος, πούτσος…». Φάση δεύτερη: ο Καψής φέρνει αντίρρηση στον Πανούση για κάποια λέξη που δεν θυμάμαι τώρα, οπότε ο Πανούσης απαντάει: «Κοιτάξτε, κύριε Καψή μου, η λέξη "τάδε", εν αντιθέσει με τη λέξη "πούτσος"…»
³ επαναλαμβάνω πως έχω την κατατομή γορίλα, οπότε αισθάνομαι την ανάγκη να σας διαβεβαιώσω πως το στήθος μου έχει ΜΥΩΔΕΣ υπόβαθρο και δεν είναι αυτό που αποκαλείται man-boobs! Όχι ότι δεν θα πεταχτούν κάποιοι εξυπνάκηδες να σχολιάσουν σχετικά, αλλά να ξέρετε πως μόνο εγώ λέω την αλήθεια.
Φλυαρίες ποικίλου περιεχομένου, που πολύ αμφιβάλλω αν θα ενδιαφέρουν πάνω από 2 άτομα (εμένα συμπεριλαμβανομένου :)
Τρίτη 29 Μαρτίου 2011
Τρίτη 8 Μαρτίου 2011
Storkie's Suspended Smoking Session

S'sSSS ή το μετέωρο κάπνισμα στα καφέ του Χολαργού.
Όχι, δεν θα μιλήσω για το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους, θα μιλήσω καθαρά για τη δική μου προσωπική συνήθεια.
Ο Αλέξανδρος είχε πρόβλημα με τις κενώσεις του: τις ανέβαλλε όσο μπορούσε. Δεν ήταν δυσκοίλιος, αλλά προσπαθούσε να γίνει. Τεσπά. Το πρόβλημα κόντευε να γίνει χρόνιο, αλλά ευτυχώς χάρη στη συνδυασμένη κινητοποίηση όλων μας, η λύση επήλθε.
Ένα από τα επιχειρήματα που είχαμε βασιζόταν στην τακτική του Αλέξανδρου (ως γενικό (ενίοτε στοχευμένο) φερέφωνο παππούδων, γιαγιάδων, δασκάλων κλπ) να μου λέει «μπαμπά, πρέπει να σταματήσεις να καπνίζεις»· κάποια στιγμή, γνωρίζοντας πλήρως τις συνέπειες, του είπα: «άρχισε να κάνεις εσύ κακά τουλάχιστον μέρα παρά μέρα, κι αυτό θα είναι το τελευταίο πακέτο καπνού που θα έχω αγοράσει.»
Το παιδί, πλέον, φτάνει στο αισχρό σημείο να θέλει να αφήσει πορδή και να μας τραβολογάει στην τουαλέτα μήπως θέλει να κάνει κακά¹, οπότε κι εγώ δεν έχω ξαναγοράσει καπνό. Τελευταία φορά που έκανα τσιγάρο ήταν το βράδυ της Τετάρτης 2 τ.μ. και τα πάω μια χαρά.
Οι φανατικοί αντικαπνιστές μη πεταχτείτε με χαρά να μου πείτε «μπράβο!», διότι θα με συγχίσετε και θα ψάξω να βρω τσιγάρο για να ηρεμήσω. Οι πιο ψύχραιμοι και γνώστες του θέματος έχουν ήδη παρατηρήσει πως, λόγω της διεστραμμένης εμμονής μου με την αλήθεια, έχω καλυφτεί ακόμα και νομικά να καπνίσω σχεδόν όποτε θέλω και να συνεχίσω να καπνίζω. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω τι εννοώ, ελπίζω.
Διότι είναι απλό: τα πάντα είναι θέμα ελευθερίας. Θέλω να επιλέγω να μην καπνίζω, όσο γλυκιά κι αν είναι η ροή της νικοτίνης στο αίμα και απατηλά καθησυχαστική η επίστρωση πίσας στα πνευμόνια μου.
Παρεμπιπτόντως, είναι πολύ διδακτικό να προσπαθείς να προβλέψεις τι ακριβώς θα σου πει ο καθένας αφού τύχει να ενημερωθεί για το ότι έχεις να καπνίσεις από τότε. Διότι, εγώ απλώς έχω να καπνίσω από τότε, και πιθανώς να αργήσω πολύ ακόμα να καπνίσω, αν και σκοπεύω να ξανακαπνίσω τουλάχιστον μια φορά ακόμα πριν πεθάνω (ει δυνατόν)· οι άλλοι όμως το ερμηνεύουν αυθαίρετα ως «Ο Χρήστος επιτέλους έκοψε το κάπνισμα!» Δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά όταν θα είμαι, θα επανέλθω.² Για την ώρα ας το πω με τον γενικό όρο «λάθος συμπέρασμα» ή έστω “wishful thinking”.
Εν τω μεταξύ, εγώ διασκεδάζω με ατάκες τύπου «κοπελιά, μήπως έχεις κάνα κατοστάρικο;» στη γυναίκα μου όταν γυρίζει από τη δουλειά, ή με ανήθικες προτάσεις σε κουμπάρες και φίλες στο MSN αρκεί να μου φέρουν ένα πακέτο καπνό. Το γεγονός ότι καμία δεν μου έχει κάτσει στην πράξη, μπορεί να σημαίνει: α) πως οι γυναίκες αποτελούν μια ισχυρά δεμένη συντεχνία ή β) πως όντως έχω παχύνει πολύ τον τελευταίο καιρό και στην τελική δεν είμαι τόσο ποθητός όσο νομίζω πως είμαι. Καλή φάση: να συνδυάσω παρατεταμμένο διάλειμμα μεταξύ τσιγάρων με αδυνάτισμα. Δεν θα αφήσω μυθικό προπύργιο για μυθικό προπύργιο.
Αχ, καιρό είχα να φληναφήσω έτσι.
Κατά τα άλλα: ο Αλέξανδρος τρίζει τα δόντια του (που ούτως ή άλλως έχει στραβώσει από το πιπίλημα του αντίχειρα). Έχω και ανατριχιαστικό audio για όσους δεν είχαν την ατυχία να ακούσουν ποτέ τριγμό δοντιών.
Ο Μενέλαος απλώς ροχαλίζει. Συνήθως. Καμιά φορά ξυπνάει, και με αξιοζήλευτη ακρίβεια ψευτοκλαψουρίζει στην απολύτως αναγκαία ελάχιστη ένταση για να γίνει ακουστός από εμένα και να πάω να τον αγκαλιάσω λίγο. Ακόμα κι εκεί δείχνει αξιοθαύμαστη ικανότητα διατήρησης ενέργειας³.
Έχω και ωραία βίντεο με τα μικρά να χορεύουν break-dancing (ή να το προσπαθούν, τουλάχιστον) ή να παίρνουν τις στάσεις καράτε που παίρνει κι ο Απαισιότατος Gru (ο Μενέλαος φορώντας κασκόλ που έκλεψε από τη γιαγιά του), αλλά πρέπει πρώτα να τα ανεβάσω. Δεν μου έρχεται κάτι άλλο τώρα.
¹ πλήρης μεταστροφή, ναι. Οι θεωρίες-γιατί είναι διαφορετικές από όλους τους συμμετέχοντες, και θα μου επιτρέψετε να κρατήσω κρυφή τη δική μου θεωρία, οπότε αυτή εδώ η υποσημείωση είναι παραπειστική και περιττή :)
² Δεν έχω ακόμα γκροκάρει πλήρως λίστες με fallacies (όπως αυτή), που θέλω να έχω μονίμως στο μυαλό μου και ως εργαλείο για να παραμένω ψύχραιμος όταν ακούω ηλιθιότητες
³ κάποιοι κακεντρεχείς το χαρακτηρίζουν ως γυναικείο χαρακτηριστικό: «θέλω να έχω τις μεγαλύτερες απολαβές με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση (χρημάτων/ενέργειας)», αλλά οι πιο σκεπτόμενοι θα καταλάβουν πως είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό, και αυτά που αλλάζουν ριζικά μεταξύ των δύο φύλων είναι το τι θεωρείται απολαβή και τι κατανάλωση.
Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011
Hush Daddy
Με αφορμή μια σύμπτωση, θυμήθηκα τις πλέον πρόσφατες ατάκες των κανακάρηδων:
Ο Αλέξανδρος δηλώνει πως θέλει να τρώει μόνο μακαρόνια με κιμά και φακές. Του υπενθυμίζω (επειδή πολλές φορές τα έχουμε συζητήσει) τα πλεονεκτήματα του να τρώμε απ' όλα, οπότε με καθησυχάζει: «Όχι, μπαμπά, εννοώ πως αυτά μου αρέσει να τρώω. Και βέβαια θα τρώω απ' όλα, μη συναγχώνεσαι.»
Ο Μενέλαος στο αυτοκίνητο προσπαθεί να με πείσει να πάμε βόλτα γύρω από το Ολυμπιακό Στάδιο, αλλά επειδή είχαμε κάτσει αρκετή ώρα μετά το σχόλασμα στην αυλή του παιδικού σταθμού για να παίξουν, αρνούμαι. Προσπαθεί με γκρίνια να τα καταφέρει, οπότε αρχίζω κι εγώ το παραμύθι («έχεις καταφέρει ποτέ οτιδήποτε μαζί μου κλαίγοντας;» «σας είχα πει ότι άμα κάτσουμε πολλή ώρα στον παιδικό σταθμό ΔΕΝ θα πάμε βόλτα» κλπ), και εκείνος καταφεύγει στη φραστική βία:
«ΜΠΑΜΠΑ! ΜΗ ΜΙΛΑΘ!»
«Γιατί να μη μιλάω; Επειδή έχω δίκιο;» [με ύποπτα ήρεμη φωνή, οπότε την ψυλλιάζεται]
«…Όχι, μπαμπά, θου λέω "μη μιλάθ" για να ακούμε τα τραγούδια.» [στο ραδιόφωνο]
Ε, άμα είναι για να απολαμβάνουμε την τέχνη, ας μη μιλάω κι εγώ. :)
ΥΓ σιχάθηκα τη ζωή μου στο δημοτικό συμβούλιο της Τρίτης για το θέμα των συμβασιούχων. Έμαθα ότι δεν φταίνε οι τωρινοί αλλά οι παραπροηγούμενοι (επειδή προηγούμενοι ήταν οι ίδιοι), είδα τα χαζά πολιτικά τερτίπια, αντιπάθησα τον Δήμαρχο που, όταν μια γονέας εκπρόσωπός μας προσπάθησε να πει αυτά που θέλαμε όπως και είχαμε αιτηθεί, την ρώτησε αρχικά «Εσείς τι μιλάτε; Ποιος σας ψήφισε;» και πιο μετά, επειδή ανέβηκαν οι τόνοι, την είπε προβοκατόρισσα, μας χαρακτήρισε όλους τους παρόντες γονείς ως «κουκουέδες» (δεν το είπε έτσι, είπε ότι κατάλαβε ποια παράταξη εκπροσωπούμε οπότε πετάχτηκε να διαμαρτυρηθεί και ο κουκουές στο δημοτικό συμβούλιο), και αρνήθηκε να καταλάβει ότι με το μειωμένο προσωπικό εδώ και μερικές ημέρες οι παιδικοί σταθμοί του Αμαρουσίου δεν είναι πια τα Ηλύσια Πεδία Των Παιδικών Σταθμών, και αν δεν γκρινιάζαμε τόσα χρόνια ήταν επειδή το προσωπικό ήταν επαρκές. Ανάθεμα τα μυαλά των πολιτικών. Δυστυχώς δεν είχα εγώ το μικρόφωνο, αλλιώς μπορεί να ήμουν τώρα ο πρώτος πολιτικός εξόριστος από έναν δήμο.
Ο Αλέξανδρος δηλώνει πως θέλει να τρώει μόνο μακαρόνια με κιμά και φακές. Του υπενθυμίζω (επειδή πολλές φορές τα έχουμε συζητήσει) τα πλεονεκτήματα του να τρώμε απ' όλα, οπότε με καθησυχάζει: «Όχι, μπαμπά, εννοώ πως αυτά μου αρέσει να τρώω. Και βέβαια θα τρώω απ' όλα, μη συναγχώνεσαι.»
Ο Μενέλαος στο αυτοκίνητο προσπαθεί να με πείσει να πάμε βόλτα γύρω από το Ολυμπιακό Στάδιο, αλλά επειδή είχαμε κάτσει αρκετή ώρα μετά το σχόλασμα στην αυλή του παιδικού σταθμού για να παίξουν, αρνούμαι. Προσπαθεί με γκρίνια να τα καταφέρει, οπότε αρχίζω κι εγώ το παραμύθι («έχεις καταφέρει ποτέ οτιδήποτε μαζί μου κλαίγοντας;» «σας είχα πει ότι άμα κάτσουμε πολλή ώρα στον παιδικό σταθμό ΔΕΝ θα πάμε βόλτα» κλπ), και εκείνος καταφεύγει στη φραστική βία:
«ΜΠΑΜΠΑ! ΜΗ ΜΙΛΑΘ!»
«Γιατί να μη μιλάω; Επειδή έχω δίκιο;» [με ύποπτα ήρεμη φωνή, οπότε την ψυλλιάζεται]
«…Όχι, μπαμπά, θου λέω "μη μιλάθ" για να ακούμε τα τραγούδια.» [στο ραδιόφωνο]
Ε, άμα είναι για να απολαμβάνουμε την τέχνη, ας μη μιλάω κι εγώ. :)
ΥΓ σιχάθηκα τη ζωή μου στο δημοτικό συμβούλιο της Τρίτης για το θέμα των συμβασιούχων. Έμαθα ότι δεν φταίνε οι τωρινοί αλλά οι παραπροηγούμενοι (επειδή προηγούμενοι ήταν οι ίδιοι), είδα τα χαζά πολιτικά τερτίπια, αντιπάθησα τον Δήμαρχο που, όταν μια γονέας εκπρόσωπός μας προσπάθησε να πει αυτά που θέλαμε όπως και είχαμε αιτηθεί, την ρώτησε αρχικά «Εσείς τι μιλάτε; Ποιος σας ψήφισε;» και πιο μετά, επειδή ανέβηκαν οι τόνοι, την είπε προβοκατόρισσα, μας χαρακτήρισε όλους τους παρόντες γονείς ως «κουκουέδες» (δεν το είπε έτσι, είπε ότι κατάλαβε ποια παράταξη εκπροσωπούμε οπότε πετάχτηκε να διαμαρτυρηθεί και ο κουκουές στο δημοτικό συμβούλιο), και αρνήθηκε να καταλάβει ότι με το μειωμένο προσωπικό εδώ και μερικές ημέρες οι παιδικοί σταθμοί του Αμαρουσίου δεν είναι πια τα Ηλύσια Πεδία Των Παιδικών Σταθμών, και αν δεν γκρινιάζαμε τόσα χρόνια ήταν επειδή το προσωπικό ήταν επαρκές. Ανάθεμα τα μυαλά των πολιτικών. Δυστυχώς δεν είχα εγώ το μικρόφωνο, αλλιώς μπορεί να ήμουν τώρα ο πρώτος πολιτικός εξόριστος από έναν δήμο.
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Child care
Σε όλους τους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς στο Μαρούσι έχει φύγει προσωπικό· ληγμένες συμβάσεις που δεν ανανεώνονται —οι του δήμου λένε πως φταίει το ΥΠΕΣ που δεν τους επιτρέπει να υπογράψουν νέες συμβάσεις— και οι σταθμοί λειτουργούν με λιγότερο προσωπικό από το λόγο 1÷16 για τα βρέφη ή το 1÷25 του δημοτικού. Ακούω πως το ίδιο ισχύει και για άλλους δήμους.
Οι γονείς κινητοποιούμαστε, αλλά ακόμα είμαστε στη φάση της οργάνωσης (ενημέρωση, υπογραφές για κατάθεση διαμαρτυρίας, αναζήτηση εναλλακτικών). Στην παρούσα φάση, δεν μας απασχολεί πρωτίστως το παιδαγωγικό κομμάτι αλλά το θέμα της ασφάλειας των παιδιών.
Έχουμε υπόψη μας σε ποια δημοτικά συμβούλια να παραστούμε, αλλά οι απαντήσεις που παίρνουμε από τους ιθύνοντες σκιαγραφούν μια ζοφερή πραγματικότητα: «εγώ στη θέση σας θα έπαιρνα τα παιδιά μου από τον παιδικό» (μετάφραση: όσοι έχετε πηγαίνετέ τα σε ιδιωτικό ώστε να μειωθούν τα παιδιά στους δημοτικούς και να μη τραβάμε ζόρι), «έτσι όπως πιέζετε θα κλείσουμε τους παιδικούς, ως δήμος δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παρέχουμε σταθμούς» (αμετάφραστο αλλά σαφές, και δεν ξέρω αν ισχύει), «δεν φταίμε εμείς, φταίει ο Ραγκούσης» (και καλά υπάρχουν λεφτά αλλά είναι δεμένα τα χέρια μας), «μήπως προσωρινά®© χρηματοδοτήσετε εσείς οι ίδιοι περαιτέρω προσωπικό» (αυτό απέξω-απέξω…), «τι άλλο να κάνουμε; θα συμπτύξουμε τους παιδικούς» (δηλαδή, με το ίδιο προσωπικό θα μειώσουμε τους σταθμούς, οπότε για τώρα θα έχουμε ακόμα περισσότερα παιδιά ανά παιδαγωγό και από του χρόνου θα μειώσουμε τον αριθμό των παιδιών που θα γίνονται δεκτά).
Η ως τώρα πολιτική μας είναι: δεν χρηματοδοτούμε οι ίδιοι, διότι ουδέν μονιμότερον του προσωρινού· ζητάμε την επαναφορά του υπάρχοντος προσωπικού έστω και με παροχή υπηρεσιών που μπορεί να είναι «παράνομο» (βιελκόμεν ιν ζε μπγιούτιφουλ κάουντρι οφ γκρέι). Ζητάμε τα λεφτά μας (είναι και ακριβός ο δήμος Αμαρουσίου, όπως βλέπω στη ΔΕΗ και στις αναφορές της Τράπεζας της Ελλάδος) να πιάσουν τόπο. Ψάχνουμε να βρούμε μια άκρη κι εμείς.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς: αυτά που κάνουμε τώρα (ενυπόγραφες διαμαρτυρίες στο δήμο, συσπείρωση των πολιτών που χρωματίζεται από την εκάστοτε δημοτική αντιπολίτευση που θα στηρίξει την προσπάθεια)· διαμαρτυρίες στον Συνήγορο του Πολίτη· περαιτέρω ενημέρωση διαδικτυακή (π.χ. η προχειράντζα που τώρα γράφω) ή μέσω δημοσιογραφικών καναλιών (για όσους ενδιαφέρονται ή τους είναι χρήσιμο ένα τέτοιο θέμα στην παρούσα φάση).
Καμιά άλλη ιδέα εσείς;
Οι γονείς κινητοποιούμαστε, αλλά ακόμα είμαστε στη φάση της οργάνωσης (ενημέρωση, υπογραφές για κατάθεση διαμαρτυρίας, αναζήτηση εναλλακτικών). Στην παρούσα φάση, δεν μας απασχολεί πρωτίστως το παιδαγωγικό κομμάτι αλλά το θέμα της ασφάλειας των παιδιών.
Έχουμε υπόψη μας σε ποια δημοτικά συμβούλια να παραστούμε, αλλά οι απαντήσεις που παίρνουμε από τους ιθύνοντες σκιαγραφούν μια ζοφερή πραγματικότητα: «εγώ στη θέση σας θα έπαιρνα τα παιδιά μου από τον παιδικό» (μετάφραση: όσοι έχετε πηγαίνετέ τα σε ιδιωτικό ώστε να μειωθούν τα παιδιά στους δημοτικούς και να μη τραβάμε ζόρι), «έτσι όπως πιέζετε θα κλείσουμε τους παιδικούς, ως δήμος δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παρέχουμε σταθμούς» (αμετάφραστο αλλά σαφές, και δεν ξέρω αν ισχύει), «δεν φταίμε εμείς, φταίει ο Ραγκούσης» (και καλά υπάρχουν λεφτά αλλά είναι δεμένα τα χέρια μας), «μήπως προσωρινά®© χρηματοδοτήσετε εσείς οι ίδιοι περαιτέρω προσωπικό» (αυτό απέξω-απέξω…), «τι άλλο να κάνουμε; θα συμπτύξουμε τους παιδικούς» (δηλαδή, με το ίδιο προσωπικό θα μειώσουμε τους σταθμούς, οπότε για τώρα θα έχουμε ακόμα περισσότερα παιδιά ανά παιδαγωγό και από του χρόνου θα μειώσουμε τον αριθμό των παιδιών που θα γίνονται δεκτά).
Η ως τώρα πολιτική μας είναι: δεν χρηματοδοτούμε οι ίδιοι, διότι ουδέν μονιμότερον του προσωρινού· ζητάμε την επαναφορά του υπάρχοντος προσωπικού έστω και με παροχή υπηρεσιών που μπορεί να είναι «παράνομο» (βιελκόμεν ιν ζε μπγιούτιφουλ κάουντρι οφ γκρέι). Ζητάμε τα λεφτά μας (είναι και ακριβός ο δήμος Αμαρουσίου, όπως βλέπω στη ΔΕΗ και στις αναφορές της Τράπεζας της Ελλάδος) να πιάσουν τόπο. Ψάχνουμε να βρούμε μια άκρη κι εμείς.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς: αυτά που κάνουμε τώρα (ενυπόγραφες διαμαρτυρίες στο δήμο, συσπείρωση των πολιτών που χρωματίζεται από την εκάστοτε δημοτική αντιπολίτευση που θα στηρίξει την προσπάθεια)· διαμαρτυρίες στον Συνήγορο του Πολίτη· περαιτέρω ενημέρωση διαδικτυακή (π.χ. η προχειράντζα που τώρα γράφω) ή μέσω δημοσιογραφικών καναλιών (για όσους ενδιαφέρονται ή τους είναι χρήσιμο ένα τέτοιο θέμα στην παρούσα φάση).
Καμιά άλλη ιδέα εσείς;
Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011
Over coffee

Σχεδόν όλα τα χρόνια που είμαι παντρεμένος, η ένοχη απόλαυση του καφέ στο σπίτι υλοποιείται πάντα ως αυτό που αποκαλείται caffè espresso americano: ένα κύπελλο espresso από την εσπρεσιέρα (κλείνοντας την παροχή νερού όταν το ζουμί αρχίζει να ασπρίζει για να μη «ταγγίσει» η γεύση) αραιωμένο με νερό που έχει ζεσταθεί αλλά δεν έχει βράσει (80-85°C υπολογίζω). Η άλλη εναλλακτική, όταν ξεμένω από εσπρέσο, είναι ελληνικός που έχει βράσει (και πάλι, βγαίνει όταν αρχίζει να φουσκώνει, ανακατεύεται σιγά-σιγά να ξαναπέσουν τα κατακάθια, πάλι λίγο στο μάτι και μετά στο κύπελλο) σε πολύ σιγανή φωτιά.
Δεν είμαι bon-viveur (τα γονίδια μιας προ-προ-προ-προ-προ-γιαγιάς κοντέσας Καμπίτση που ίσως να είχα εκ Κεφαλληνίας, αν υπήρχαν, μάλλον έχουν χαθεί), όμως η συγκεκριμένη γευστική απόλαυση συνεχίζει να μου είναι ακαταμάχητη (μιλάω για απλό Lavazza κόκκινο, ούτε Illy ούτε άλλα πιο περίτεχνα). Μου κακοφαίνεται πια όταν είμαι κάπου και κάνω καφέ από οποιοδήποτε καφέ στιγμής, ή πίνω από καφέ φίλτρου που έχει μείνει κάνα δίωρο. Διευκρινίζω ότι δεν γκρινιάζω στον οποιονδήποτε οικοδεσπότη μου· εμένα μου κακοφαίνεται.
Αφήνω λοιπόν τον πρόλογο για να έρθω στο θέμα, που θυμήθηκα με ενάμιση (ή μισό; ) περίπου χρόνο καθυστέρηση: καλοκαίρι, και είμαι μερικές ημέρες παρέα με τα παιδιά στη μάνα μου, στο Άνω Δασκαλειό κοντά το Σούνιο. Εκεί τριγύρω υπάρχουν και αρκετοί γείτονες που ήταν περίπου γείτονες και στην Ηλιούπολη (πριν πολλά-πολλά χρόνια).
Μια γειτόνισσα, η κυρία Τάδε, έχει τα εξής χαρακτηριστικά: είναι υπεργαμάτη μαγείρισσα (μαγειρεύει πολύ καλά και ποσότητα 2× των αναμενόμενων καλεσμένων της)· είναι άξια μαγαζατόρισσα στο κατάστημα που κρατάει με τον άντρα της· είναι πάρα πολύ καλή γυναίκα· και έχει εμφάνιση που… σε τρομάζει λίγο αν είσαι παιδί. Το λέω απέξω-απέξω αλλά καταλαβαίνετε. Είναι μια περίπτωση που, όταν κάποιος που τη γνωρίζει μιλάει με κάποιον που τη γνώρισε πρόσφατα, πάντα ο διάλογος καταλήγει με ένα «…αλλά είναι πάρα πολύ καλή γυναίκα».
Απόγευμα, λοιπόν, και είμαστε όλοι μαζί καλεσμένοι για καφέ στης κυρίας Τάδε. Πίνω νομίζω έναν ελληνικό, τα παιδιά μασουλάνε κάτι μπισκοτάκια. Εκείνη την περίοδο, ίσως λόγω διαφορετικού γένους (αρσενικό/θηλυκό), διαπίστωσα πως ο Αλέξανδρος πίστευε ότι άλλο άνθρωπος, άλλο γυναίκα· δηλαδή, θεωρούσε πως άνθρωπος είναι ισοδύναμο με άνδρα (σαν μη πολιτικώς ορθό αμερικανάκι, ένα πράμα). Πιστέψτε με, δεν του το είχαμε μάθει στο σπίτι! Είχε καταλήξει μόνος του, ακριβώς όπως όταν ρώταγε «μπαμπά, πώς ανοίγεται το μπουκάλι;» ή όπως ο Μενέλαος κατέληξε πως ο αόριστος του «παίρνω» είναι «έπαρα».
Φανταστείτε, λοιπόν, εμένα την ώρα που έπινα καφέ, και ο Αλέξανδρος να μου δείχνει την κυρία Τάδε και να με ρωτάει μπροστά σε όλους: «Μπαμπά, αυτός είναι άνθρωπος;»
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Trader of death
Μετά την αλλαγή του χρόνου, όταν έβαζα αργά τον Αλέξανδρο για ύπνο (ο Μενέλαος ήδη ροχάλιζε), μου εξομολογήθηκε πως το όπλο (ένα βαρβάτο περίστροφο που του είχα δώσει) το είχε φάει. Τι στο καλό κάνει αυτό το παιδί στα όνειρά του, δεν μπορώ να καταλάβω.
Επειδή δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι ανυπεράσπιστο στα τέρατα που καραδοκούν ενίοτε, αναγκάστηκα να του δώσω ένα ακόμα πιο βαρβάτο περίστροφο με διακόπτη που γυρνάει σε λέιζερ καλύτερο από του Μπαζ Λάιτγίαρ που ευτυχώς είχα πρόχειρο. Του εξήγησα πως αυτό έχει χάλια γεύση και να μη το φάει. Μου ζήτησε επιπλέον σχοινί για να δένει τα τέρατα, του έδωσα μια κουλούρα. Δεν του έφτανε αυτό, ήθελε και εγγύηση πως δεν πρόκειται να του τελειώσει. Τον διαβεβαίωσα πως όχι μόνο όσο και να χρησιμοποιήσει θα έχει άλλο τόσο, αλλά είναι και κολλώδες σαν τον ιστό του Σπάιντερμαν. Τρελάθηκε από τη χαρά του.
Πριν από λίγο ξύπνησε και με φώναξε με βραχνή φωνή, και όταν πήγα κοντά του πάλι μουρμούρισε νυσταγμένα κάτι για (ακαθόριστο) και ότι ήθελε αγκαλίτσα. Τον αγκάλιασα και του λέω, «Πάλι ξέχασες το όπλο;», και λίγο χαλάρωσε που το θυμήθηκε. Του λέω, «Για αυτό σου το έδωσα, δεν υπάρχει τίποτα που το όπλο σου να μη το εξαφανίζει.» Κοιμήθηκε πολύ γρήγορα.
In other news: έχω αφήσει μούσια, μήπως γίνω παπάς (αυτοί πληρώνονται καλά) ή ζωστώ φυσέκια και πάρω τα βουνά. Βασικά, κάποια στιγμή είδαν μια παλιά φωτογραφία τα παιδιά· ο Μενέλαος ήθελε πάλι να τα αφήσω, ο Αλέξανδρος είπε «Μπαμπά, ό,τι θέλεις εσύ», η Αθανασία συμφώνησε με τον Μενέλαο, και ο καθένας είχε τους προσωπικούς του λόγους για την άποψη που εξέφερε.
Κάτι ψιλά στα μάγουλα και στο λαιμό χαμηλά τα ξυρίζω· επίσης, μια στο τόσο παίρνω τα γένεια με τη μηχανή κάνοντας ρισέτ στους 1,2 πόντους, αλλά τη μουστάκα,
με εξαίρεση το απαραίτητο ψαλίδισμα στη βάση (να μπορώ να τρώω) την σέβομαι και την αφήνω. Μιλάμε για θεϊκή μουστάκα, κάτι τέτοιες σαν του Bradley Whitford δεν πιάνουν μία μπροστά της.
Οι πάνω τρίχες της μουστάκας είναι σχεδόν οριζόντιες και φεύγουν μπροστά (τσουγκρανέισιον· γενικώς, είναι μια μουστάκα-αφάνα όπου τα ανύσματα τριχών έχουν εύρος κατευθύνσεων). Τα χρώματα είναι κυρίως το κανονικό μου σχεδόν μαύρο σκούρο καφέ, με μερικές καστανές (μπλόφα) και μερικές ξανθιές (καμμένα εγκεφαλικά κύτταρα), μία κόκκινη (λόγω μακρινών γονιδίων), μία άσπρη (λόγω ηλικίας).
Μπαίνω στον πειρασμό, αφού πέρασα το μήκος τύπου Freddy Mercury και είμαι στο μήκος Sam Elliott και βάλε, να ξυρίσω τα υπόλοιπα και να αφήσω τη μουστάκα μόνο. Ανατριχιάζω! Εσείς;
Οι λόγοι του καθενός για την προσωπική (κυριολεκτικά) μου τριχοφυΐα είναι, ίσως, προφανείς: ο Αλέξανδρος ήταν διπλωματικός επειδή είναι εκ του φυσικού του ευέλικτος, η Αθανασία για να κρύβονται προγούλια και λοιπά πάχητα αφού πάλι έχω πρηστεί τους τελευταίους μήνες, και ο Μενέλαος για να έχει να τραβάει.
Άου.
Επειδή δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι ανυπεράσπιστο στα τέρατα που καραδοκούν ενίοτε, αναγκάστηκα να του δώσω ένα ακόμα πιο βαρβάτο περίστροφο με διακόπτη που γυρνάει σε λέιζερ καλύτερο από του Μπαζ Λάιτγίαρ που ευτυχώς είχα πρόχειρο. Του εξήγησα πως αυτό έχει χάλια γεύση και να μη το φάει. Μου ζήτησε επιπλέον σχοινί για να δένει τα τέρατα, του έδωσα μια κουλούρα. Δεν του έφτανε αυτό, ήθελε και εγγύηση πως δεν πρόκειται να του τελειώσει. Τον διαβεβαίωσα πως όχι μόνο όσο και να χρησιμοποιήσει θα έχει άλλο τόσο, αλλά είναι και κολλώδες σαν τον ιστό του Σπάιντερμαν. Τρελάθηκε από τη χαρά του.
Πριν από λίγο ξύπνησε και με φώναξε με βραχνή φωνή, και όταν πήγα κοντά του πάλι μουρμούρισε νυσταγμένα κάτι για (ακαθόριστο) και ότι ήθελε αγκαλίτσα. Τον αγκάλιασα και του λέω, «Πάλι ξέχασες το όπλο;», και λίγο χαλάρωσε που το θυμήθηκε. Του λέω, «Για αυτό σου το έδωσα, δεν υπάρχει τίποτα που το όπλο σου να μη το εξαφανίζει.» Κοιμήθηκε πολύ γρήγορα.
In other news: έχω αφήσει μούσια, μήπως γίνω παπάς (αυτοί πληρώνονται καλά) ή ζωστώ φυσέκια και πάρω τα βουνά. Βασικά, κάποια στιγμή είδαν μια παλιά φωτογραφία τα παιδιά· ο Μενέλαος ήθελε πάλι να τα αφήσω, ο Αλέξανδρος είπε «Μπαμπά, ό,τι θέλεις εσύ», η Αθανασία συμφώνησε με τον Μενέλαο, και ο καθένας είχε τους προσωπικούς του λόγους για την άποψη που εξέφερε.
Κάτι ψιλά στα μάγουλα και στο λαιμό χαμηλά τα ξυρίζω· επίσης, μια στο τόσο παίρνω τα γένεια με τη μηχανή κάνοντας ρισέτ στους 1,2 πόντους, αλλά τη μουστάκα,
με εξαίρεση το απαραίτητο ψαλίδισμα στη βάση (να μπορώ να τρώω) την σέβομαι και την αφήνω. Μιλάμε για θεϊκή μουστάκα, κάτι τέτοιες σαν του Bradley Whitford δεν πιάνουν μία μπροστά της.Οι πάνω τρίχες της μουστάκας είναι σχεδόν οριζόντιες και φεύγουν μπροστά (τσουγκρανέισιον· γενικώς, είναι μια μουστάκα-αφάνα όπου τα ανύσματα τριχών έχουν εύρος κατευθύνσεων). Τα χρώματα είναι κυρίως το κανονικό μου σχεδόν μαύρο σκούρο καφέ, με μερικές καστανές (μπλόφα) και μερικές ξανθιές (καμμένα εγκεφαλικά κύτταρα), μία κόκκινη (λόγω μακρινών γονιδίων), μία άσπρη (λόγω ηλικίας).
Μπαίνω στον πειρασμό, αφού πέρασα το μήκος τύπου Freddy Mercury και είμαι στο μήκος Sam Elliott και βάλε, να ξυρίσω τα υπόλοιπα και να αφήσω τη μουστάκα μόνο. Ανατριχιάζω! Εσείς;Οι λόγοι του καθενός για την προσωπική (κυριολεκτικά) μου τριχοφυΐα είναι, ίσως, προφανείς: ο Αλέξανδρος ήταν διπλωματικός επειδή είναι εκ του φυσικού του ευέλικτος, η Αθανασία για να κρύβονται προγούλια και λοιπά πάχητα αφού πάλι έχω πρηστεί τους τελευταίους μήνες, και ο Μενέλαος για να έχει να τραβάει.
Άου.
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Athens to Piraeus through Salonica
Προς τις μαμάδες (κανονικές ή εξ αγχιστείας ή θέσει (αν έτσι νομίζετε έστω και υποσυνείδητα διότι «ξέρετε καλύτερα»©®) ) όλου του κόσμου, μια θερμή παράκληση:
Όταν μπαίνετε στη διαδικασία να πείτε αυτό που θέλετε (σχεδόν πάντα κατόπιν σχετικής ερωτήσεως, διότι εσείς ποτέ δεν θέλετε κάτι), πείτε αυτό που θέλετε· μη ρωτήσετε αυτό που νομίζετε πως πρέπει να ρωτήσετε ώστε να συμπεράνετε εσείς αν αυτό που θέλετε είναι εφικτό και πώς θα είναι εφικτό. Μη φορτώνεστε τα προβλήματα των άλλων, ούτε να δημιουργείτε από μόνες σας προβλήματα ώστε να τα λύσετε και να νιώσετε μαμάδες, διότι τελικά θα δημιουργήσετε άλλα προβλήματα που δεν θα μπορείτε να τα λύσετε και θα σας πάρει το παράπονο.
Και, δευτερολογικά: μαμάδες κάθε ηλικίας και κάθε φύλου: είστε τόσο τυχερές που δεν μάθατε στο στρατό (ή στη ζωή) πως η σιωπή είναι χρυσός, όσο άτυχοι είναι οι υπόλοιποι. Κάθε τι που υποπίπτει στην αντίληψή σας (και είναι πολλά τα ρημάδια) ΔΕΝ είναι υποχρεωτικά ανεπίλυτο πρόβλημα και ΔΕΝ χρήζει της γνώμης σας, εκτός αν σας ρωτήσουν. (Ειδικά αυτό εμένα μου πήρε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω πως το κάνω και να μάθω να μη το κάνω, και ακόμα μαθαίνω.)
Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Μάλλον όχι. Ή ίσως και ναι.
Όταν μπαίνετε στη διαδικασία να πείτε αυτό που θέλετε (σχεδόν πάντα κατόπιν σχετικής ερωτήσεως, διότι εσείς ποτέ δεν θέλετε κάτι), πείτε αυτό που θέλετε· μη ρωτήσετε αυτό που νομίζετε πως πρέπει να ρωτήσετε ώστε να συμπεράνετε εσείς αν αυτό που θέλετε είναι εφικτό και πώς θα είναι εφικτό. Μη φορτώνεστε τα προβλήματα των άλλων, ούτε να δημιουργείτε από μόνες σας προβλήματα ώστε να τα λύσετε και να νιώσετε μαμάδες, διότι τελικά θα δημιουργήσετε άλλα προβλήματα που δεν θα μπορείτε να τα λύσετε και θα σας πάρει το παράπονο.
Και, δευτερολογικά: μαμάδες κάθε ηλικίας και κάθε φύλου: είστε τόσο τυχερές που δεν μάθατε στο στρατό (ή στη ζωή) πως η σιωπή είναι χρυσός, όσο άτυχοι είναι οι υπόλοιποι. Κάθε τι που υποπίπτει στην αντίληψή σας (και είναι πολλά τα ρημάδια) ΔΕΝ είναι υποχρεωτικά ανεπίλυτο πρόβλημα και ΔΕΝ χρήζει της γνώμης σας, εκτός αν σας ρωτήσουν. (Ειδικά αυτό εμένα μου πήρε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω πως το κάνω και να μάθω να μη το κάνω, και ακόμα μαθαίνω.)
Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Μάλλον όχι. Ή ίσως και ναι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)