Παιδική εκπομπή στην ΕΤ1 την ώρα που ο Αλέξανδρος πίνει το γάλα του (ενσταλάζει γάλα στο στομάχι του, ορθότερα). Οι «Μικροί Άινστάιν» πρέπει να πάνε τη χαζή κάλτσα στο τσίρκο των χαζών ρούχων που είναι στο Παρίσι. Η διαδρομή τους συμπεριλαμβάνει βόλτα από το μουσείο του Λούβρου. Βλέπουμε τη Μόνα Λίζα και του εξηγώ τα καθέκαστα: πως είναι ονομαστή για το χαμόγελό της, που δεν είναι ακριβώς χαμόγελο άμα το πολυτυραννήσεις, αλλά άμα τη δεις απλά χωρίς να το πολυψάχνεις, τη βλέπεις που χαμογελάει· όμως κανείς δεν ξέρει γιατί χαμογελάει.
«Μπαμπά, μήπως έκανε κακά;»
…!
Φλυαρίες ποικίλου περιεχομένου, που πολύ αμφιβάλλω αν θα ενδιαφέρουν πάνω από 2 άτομα (εμένα συμπεριλαμβανομένου :)
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
Λίγη ευγένεια δεν βλάπτει
Πήγα σήμερα μια τσάρκα σε ΟΑΕΔ και ΙΚΑ για να ζητήσω κάτι καταστάσεις για εγγραφή του Αλέξανδρου σε παιδικό σταθμό. Στο ΙΚΑ ήμουν τυχερός, και εκεί ακριβώς που ρώτησα ήταν που θα μου έβγαζαν τις καταστάσεις ενσήμων. Η κυρία με εξυπηρέτησε τάχιστα, παίρνω τις καταστάσεις, γυρίζω και κάνω δύο βήματα ελέγχοντας. Σταματάω, επειδή δεν βλέπω ένσημα στο 2009, και έχω την εντύπωση ότι ο ΟΑΕΔ σου κολλάει ένσημα όσο είσαι στο ταμείο ανεργίας. Γυρίζω για να ρωτήσω ακριβώς αυτό: σου κολλάει ένσημα ο ΟΑΕΔ; Κάποιος κύριος είναι ήδη στο γκισέ για να εξυπηρετηθεί. Μου έριχνε μισό κεφάλι και κάτι, και πρέπει να ήταν 8-10 χρόνια μεγαλύτερός μου.
Κάνω λοιπόν την ερώτηση, και ο κύριος παρεμβαίνει:
«Δεσποινίς, το ταμείο θα κλείσει. Εξυπηρετήστε εμένα και μετά εξυπηρετείτε τον κύριο.»
Λέω εγώ, «ήμουν πριν από εσάς.»
«Τι λέτε, κύριε; Δεν ήσαστε πριν από εμένα.»
Oh-oh. Ανακρίβεια· ψέμα ή απλώς δεν ξέρει τι λέει αλλά λέει με στόμφο αυτό που κρίνει πως τον συμφέρει, για να κάνει τη δουλειά του. Είμαι αλλεργικός σε κάτι τέτοια.
«Δεν έχω τελειώσει, κύριε» του λέω. «Μόλις τελειώσω, θα εξυπηρετηθείτε εσείς.»
«Το ταμείο θα κλείσει!» μου λέει.
«Ναι, θα εξυπηρετηθείτε αμέσως μετά από εμένα.»
«Μα δεν ήσαστε εδώ!» λέει.
«Αυτά», του λέω δείχνοντας τις άρτι εκτυπωμένες καταστάσεις, «τα πήρα μόλις τώρα από την κυρία.»
«Εξυπηρετηθήκατε, τελειώσατε, τώρα ήρθε η σειρά μου», μου λέει, ορθά αυτή τη φορά, μόνο που ήδη είχε πει την παπαριά.
«Λυπάμαι, αλλά δεν τελείωσα» του λέω.
Εκεί ξεκίνησε ένα staring contest από τον κύριο. Μάλιστα, ανασήκωσε λίγο και το πηγούνι για να τονίσει τη διαφορά ύψους μας. Φαντάζομαι το έκανε με το σκεπτικό πως θα υποχωρήσω, αλλά εγώ κάτι τέτοια πολύ τα γουστάρω, και μάλιστα είναι από τις παύσεις που σου δίνουν την ευκαιρία να ανασυνταχθείς. Ήμουν στη φάση να διαλέξω τι θα πω: «Μήπως να φωνάξετε τον μπαμπά σας να με κάνει "ντα", καλύτερα;» ή να πω τον «μεγαλύτερο αδελφό σας», αλλά εκείνος γυρνάει προς την υπάλληλο και λέει:
«Δεσποινίς, αν όταν πάω έχει κλείσει το ταμείο…»
«Θα βρει το μπελά της η γυναίκα», συμπληρώνω εγώ.
«…θα βρείτε εσείς το μπελά σας!» ολοκληρώνει.
Καγχάζω και του λέω «Είστε αστείος. Καλή επιτυχία στο υπόλοιπο της ζωής σας» και φεύγω για να μη μπλέξει η υπάλληλος επειδή το κακομαθημένο ανθρωπάκι θα διάλεγε εκείνη ως ευκολότερο στόχο.
Πιθανώς να είχα άδικο, αφού όντως είχα απομακρυνθεί δύο βήματα, και αν μου έλεγε αυτό απευθείας, θα περίμενα. Αλλά ο συνδυασμός αυτών που είπε και το ύφος του με έκαναν να αντιδράσω. Υπολείπομαι πολύ της αγιοσύνης.
Τεσπά, ας αλλάξω λίγο το ύφος. Προχθές που ήμαστε επίσκεψη στη μάνα μου, η Αθανασία λόγω ζέστης φόρεσε μαγιό και πήγαινε να κάνει ντους σε ντουζιέρα που έχουμε στην αυλή. Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε: «Πω-πω, τι ωραίο κορμί!» Γέλασε πολύ η Αθανασία, και φυσικά ανέφερε την ατάκα του γιου μας σε αρκετό άλλο κόσμο. Εγώ, από μεριάς μου, εκπλήττομαι για την δική της έκπληξη: νόμιζα ότι η γυναίκα μου διάβαζε το blog μου… ή μπορεί να το διαβάζει και να μη πιστεύει όσα λέω. Δεν ξέρω, το τι λέμε (ή γράφουμε), τι εννοούμε και το πόσο θέλουν να το πιστέψουν οι υπόλοιποι, ήταν θέμα πρόσφατης συζήτησης και με το φίλο Νίκο.
Λοιπόν, είναι και τρία ανέκδοτα περιστατικά που θέλω να τα εκδώσω ηλεκτρονικά γιατί μου αρέσουν τόσο πολύ και τα έχω αφηγηθεί τόσες φορές σε άλλο κόσμο, που νομίζω αξίζουν δημοσίας κοινοποίησης και απαθανάτισης για πάντα (για όσο υπάρχει το blogger.com, δηλαδή). Και τα τρία αφορούν τον διευθυντή που είχαμε στην εταιρία Silicon Technologies, που είχε το χάρισμα να λέει θεϊκές ατάκες. Ο εν λόγω διευθυντής, λοιπόν, με το κωδικό όνομα «Κώστας» (κάποιοι ξέρετε πολύ καλά ποιον λέω), είχε τα εξής ίδια χαρακτηριστικά: ήταν γαύρος βαμμένος (του στυλ, όταν ερχόταν επίσκεψη κάποιος άλλος ανθυποδιευθυντής του ομίλου που ήταν βάζελος και πέταγε μπηχτές για τον Ολυμπιακό, ο Κώστας τού έλεγε: «καλά, πιες έναν καφέ πρώτα και έρχομαι να σε χλευάσω μετά»), και ήταν παλαιοροκάς («η μουσική σταμάτησε το 78»).
Το πρώτο περιστατικό, λοιπόν, έχει να κάνει ακριβώς με την "παλαιοροκότητα". Τα γραφεία της εταιρίας μας ήταν επάνω σε μεγάλη λεωφόρο της Αθήνας, και δίπλα σε μεγάλο σούπερ-μάρκετ, κάτι που μας ήταν χρήσιμο για τα οικιακά ψώνια.
Μια μέρα, λοιπόν, που πεταγόμουν εγώ στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσω, ο Κώστας επέστρεφε με τα δικά του ψώνια. Δεν τον είχα δει από το πρωί, οπότε του είπα είδηση που είχα ακούσει από το ραδιόφωνο:
«Άκουσα πως οι Iron Maiden έβγαλαν νέο δίσκο¹, και λέει πως θυμίζει πολύ Iron Maiden μέχρι το '85…» και κάνω παύση, επειδή με κοιτάει με ελαφρά θυμηδία, οπότε συμπληρώνω: «…αλλά βέβαια, πού το '85 και πού το '78 όπου σταμάτησε η μουσική…»
Μου απαντάει: «Εντάξει, έβγαλαν δίσκο οι Iron Maiden… για αερόμπικ, καλός θα είναι.»
Το άλλο περιστατικό: είχαμε έναν πωλητή (κωδικό όνομα: «Αντώνης») που ήταν λίγο… πώς να το πω… περίεργος. Με πολλές έννοιες. Λίγο κράτος εν κράτει, λίγο αυθαίρετος αν πίστευε ότι μπορεί να γίνει μια πώληση ασχέτως συνεπειών στην υπόλοιπη εταιρία, λίγο μίζερος, λίγο υπερόπτης. Τέλος πάντων, είχε κάνει μια φορά κάτι το οποίο προκάλεσε πρόβλημα στο τμήμα τιμολογήσεων (κωδικό όνομα: «Ειρήνη» :). Το τμήμα τιμολογήσεων έκρινε απαραίτητο να πάει και να ξεχέσει τον Αντώνη για τη βλακεία που έκανε. Κάποια στιγμή, ο Κώστας που ενημερώθηκε για αυτό που έγινε, έκρινε πως έπρεπε να βγει από το γραφείο για να επιληφθεί και προσωπικά του θέματος, αλλά το τμήμα τιμολογήσεων δεν είχε τελειώσει. Ο Κώστας ξαναμπαίνει στο γραφείο του. Ξαναβγαίνει, αλλά βλέπει ότι ακόμα θα πρέπει να περιμένει. Ξαναμπαίνει. Μετά από λίγο, τρίτη μη προσοδοφόρα έξοδος και επιστροφή στο γραφείο του. Τελικά, χτυπάει το τηλέφωνο της γραμματείας πωλήσεων (κωδικό όνομα: «Αθανασία»). Της λέει ο Κώστας: «Όταν τελειώσει η Ειρήνη με τον Αντώνη… πες σε ένα από τα κομμάτια του να περάσει κι από το γραφείο μου.»
Τέλος, κάποια Χριστούγεννα, είπαμε να πάμε ως εταιρία να φάμε κάπου έξω. Μια κοπέλα στις πωλήσεις (κωδικό όνομα: «Έλενα») κανόνισε τον τόπο. Ήταν το μαγαζί “Cuba in Asia”, κοντά στο Caravel, με κινέζικο φαγητό και κουβανέζικη μουσική (ωκαίει).
Προφανώς πήγαμε πεινασμένοι (τζάμπα φαγητό, τι λέμε τώρα), και ενθουσιασμένοι είδαμε τις πιατελάρες να έρχονται. Ο ενθουσιασμός μας καταλάγιασε αρκετά γρήγορα, αφού —για παράδειγμα— η πιατελάρα της σαλάτας είχε μερικά φύλλα από κάτι πράσινο, μια λωρίδα αγγούρι, μια λωρίδα καρότο και τα λοιπά. Το πιάνετε το νόημα.
Τέλος πάντων, παραγγέλνουμε, κι έρχονται τα πιάτα μας. Την ώρα που χειριζόμασταν τα μαχαιροπήρουνα, που ήταν δυσανάλογα μεγάλα για τις ποσότητες φαγητού (δεύτερο hint, μάλλον περιττό: τα μαχαιροπήρουνα ήταν κανονικού μεγέθους), ο σεφ κάνει το λάθος να πάει δίπλα στον Κώστα:
«Πώς πάμε; Όλα καλά;»
«Μια χαρά, μια χαρά.»
«Το κοτόπουλο; Πώς το βρήκατε;»
Και ο Κώστας, κάνοντας μια κίνηση με το μαχαίρι σπρώχνοντας το φαγητό δεξιά-αριστερά στο πιάτο: «Εντελώς τυχαία.»
¹ ήταν όταν βγήκε το Out of the Silent Planet
Κάνω λοιπόν την ερώτηση, και ο κύριος παρεμβαίνει:
«Δεσποινίς, το ταμείο θα κλείσει. Εξυπηρετήστε εμένα και μετά εξυπηρετείτε τον κύριο.»
Λέω εγώ, «ήμουν πριν από εσάς.»
«Τι λέτε, κύριε; Δεν ήσαστε πριν από εμένα.»
Oh-oh. Ανακρίβεια· ψέμα ή απλώς δεν ξέρει τι λέει αλλά λέει με στόμφο αυτό που κρίνει πως τον συμφέρει, για να κάνει τη δουλειά του. Είμαι αλλεργικός σε κάτι τέτοια.
«Δεν έχω τελειώσει, κύριε» του λέω. «Μόλις τελειώσω, θα εξυπηρετηθείτε εσείς.»
«Το ταμείο θα κλείσει!» μου λέει.
«Ναι, θα εξυπηρετηθείτε αμέσως μετά από εμένα.»
«Μα δεν ήσαστε εδώ!» λέει.
«Αυτά», του λέω δείχνοντας τις άρτι εκτυπωμένες καταστάσεις, «τα πήρα μόλις τώρα από την κυρία.»
«Εξυπηρετηθήκατε, τελειώσατε, τώρα ήρθε η σειρά μου», μου λέει, ορθά αυτή τη φορά, μόνο που ήδη είχε πει την παπαριά.
«Λυπάμαι, αλλά δεν τελείωσα» του λέω.
Εκεί ξεκίνησε ένα staring contest από τον κύριο. Μάλιστα, ανασήκωσε λίγο και το πηγούνι για να τονίσει τη διαφορά ύψους μας. Φαντάζομαι το έκανε με το σκεπτικό πως θα υποχωρήσω, αλλά εγώ κάτι τέτοια πολύ τα γουστάρω, και μάλιστα είναι από τις παύσεις που σου δίνουν την ευκαιρία να ανασυνταχθείς. Ήμουν στη φάση να διαλέξω τι θα πω: «Μήπως να φωνάξετε τον μπαμπά σας να με κάνει "ντα", καλύτερα;» ή να πω τον «μεγαλύτερο αδελφό σας», αλλά εκείνος γυρνάει προς την υπάλληλο και λέει:
«Δεσποινίς, αν όταν πάω έχει κλείσει το ταμείο…»
«Θα βρει το μπελά της η γυναίκα», συμπληρώνω εγώ.
«…θα βρείτε εσείς το μπελά σας!» ολοκληρώνει.
Καγχάζω και του λέω «Είστε αστείος. Καλή επιτυχία στο υπόλοιπο της ζωής σας» και φεύγω για να μη μπλέξει η υπάλληλος επειδή το κακομαθημένο ανθρωπάκι θα διάλεγε εκείνη ως ευκολότερο στόχο.
Πιθανώς να είχα άδικο, αφού όντως είχα απομακρυνθεί δύο βήματα, και αν μου έλεγε αυτό απευθείας, θα περίμενα. Αλλά ο συνδυασμός αυτών που είπε και το ύφος του με έκαναν να αντιδράσω. Υπολείπομαι πολύ της αγιοσύνης.
Τεσπά, ας αλλάξω λίγο το ύφος. Προχθές που ήμαστε επίσκεψη στη μάνα μου, η Αθανασία λόγω ζέστης φόρεσε μαγιό και πήγαινε να κάνει ντους σε ντουζιέρα που έχουμε στην αυλή. Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε: «Πω-πω, τι ωραίο κορμί!» Γέλασε πολύ η Αθανασία, και φυσικά ανέφερε την ατάκα του γιου μας σε αρκετό άλλο κόσμο. Εγώ, από μεριάς μου, εκπλήττομαι για την δική της έκπληξη: νόμιζα ότι η γυναίκα μου διάβαζε το blog μου… ή μπορεί να το διαβάζει και να μη πιστεύει όσα λέω. Δεν ξέρω, το τι λέμε (ή γράφουμε), τι εννοούμε και το πόσο θέλουν να το πιστέψουν οι υπόλοιποι, ήταν θέμα πρόσφατης συζήτησης και με το φίλο Νίκο.
Λοιπόν, είναι και τρία ανέκδοτα περιστατικά που θέλω να τα εκδώσω ηλεκτρονικά γιατί μου αρέσουν τόσο πολύ και τα έχω αφηγηθεί τόσες φορές σε άλλο κόσμο, που νομίζω αξίζουν δημοσίας κοινοποίησης και απαθανάτισης για πάντα (για όσο υπάρχει το blogger.com, δηλαδή). Και τα τρία αφορούν τον διευθυντή που είχαμε στην εταιρία Silicon Technologies, που είχε το χάρισμα να λέει θεϊκές ατάκες. Ο εν λόγω διευθυντής, λοιπόν, με το κωδικό όνομα «Κώστας» (κάποιοι ξέρετε πολύ καλά ποιον λέω), είχε τα εξής ίδια χαρακτηριστικά: ήταν γαύρος βαμμένος (του στυλ, όταν ερχόταν επίσκεψη κάποιος άλλος ανθυποδιευθυντής του ομίλου που ήταν βάζελος και πέταγε μπηχτές για τον Ολυμπιακό, ο Κώστας τού έλεγε: «καλά, πιες έναν καφέ πρώτα και έρχομαι να σε χλευάσω μετά»), και ήταν παλαιοροκάς («η μουσική σταμάτησε το 78»).
Το πρώτο περιστατικό, λοιπόν, έχει να κάνει ακριβώς με την "παλαιοροκότητα". Τα γραφεία της εταιρίας μας ήταν επάνω σε μεγάλη λεωφόρο της Αθήνας, και δίπλα σε μεγάλο σούπερ-μάρκετ, κάτι που μας ήταν χρήσιμο για τα οικιακά ψώνια.
Μια μέρα, λοιπόν, που πεταγόμουν εγώ στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσω, ο Κώστας επέστρεφε με τα δικά του ψώνια. Δεν τον είχα δει από το πρωί, οπότε του είπα είδηση που είχα ακούσει από το ραδιόφωνο:
«Άκουσα πως οι Iron Maiden έβγαλαν νέο δίσκο¹, και λέει πως θυμίζει πολύ Iron Maiden μέχρι το '85…» και κάνω παύση, επειδή με κοιτάει με ελαφρά θυμηδία, οπότε συμπληρώνω: «…αλλά βέβαια, πού το '85 και πού το '78 όπου σταμάτησε η μουσική…»
Μου απαντάει: «Εντάξει, έβγαλαν δίσκο οι Iron Maiden… για αερόμπικ, καλός θα είναι.»
Το άλλο περιστατικό: είχαμε έναν πωλητή (κωδικό όνομα: «Αντώνης») που ήταν λίγο… πώς να το πω… περίεργος. Με πολλές έννοιες. Λίγο κράτος εν κράτει, λίγο αυθαίρετος αν πίστευε ότι μπορεί να γίνει μια πώληση ασχέτως συνεπειών στην υπόλοιπη εταιρία, λίγο μίζερος, λίγο υπερόπτης. Τέλος πάντων, είχε κάνει μια φορά κάτι το οποίο προκάλεσε πρόβλημα στο τμήμα τιμολογήσεων (κωδικό όνομα: «Ειρήνη» :). Το τμήμα τιμολογήσεων έκρινε απαραίτητο να πάει και να ξεχέσει τον Αντώνη για τη βλακεία που έκανε. Κάποια στιγμή, ο Κώστας που ενημερώθηκε για αυτό που έγινε, έκρινε πως έπρεπε να βγει από το γραφείο για να επιληφθεί και προσωπικά του θέματος, αλλά το τμήμα τιμολογήσεων δεν είχε τελειώσει. Ο Κώστας ξαναμπαίνει στο γραφείο του. Ξαναβγαίνει, αλλά βλέπει ότι ακόμα θα πρέπει να περιμένει. Ξαναμπαίνει. Μετά από λίγο, τρίτη μη προσοδοφόρα έξοδος και επιστροφή στο γραφείο του. Τελικά, χτυπάει το τηλέφωνο της γραμματείας πωλήσεων (κωδικό όνομα: «Αθανασία»). Της λέει ο Κώστας: «Όταν τελειώσει η Ειρήνη με τον Αντώνη… πες σε ένα από τα κομμάτια του να περάσει κι από το γραφείο μου.»
Τέλος, κάποια Χριστούγεννα, είπαμε να πάμε ως εταιρία να φάμε κάπου έξω. Μια κοπέλα στις πωλήσεις (κωδικό όνομα: «Έλενα») κανόνισε τον τόπο. Ήταν το μαγαζί “Cuba in Asia”, κοντά στο Caravel, με κινέζικο φαγητό και κουβανέζικη μουσική (ωκαίει).
Προφανώς πήγαμε πεινασμένοι (τζάμπα φαγητό, τι λέμε τώρα), και ενθουσιασμένοι είδαμε τις πιατελάρες να έρχονται. Ο ενθουσιασμός μας καταλάγιασε αρκετά γρήγορα, αφού —για παράδειγμα— η πιατελάρα της σαλάτας είχε μερικά φύλλα από κάτι πράσινο, μια λωρίδα αγγούρι, μια λωρίδα καρότο και τα λοιπά. Το πιάνετε το νόημα.
Τέλος πάντων, παραγγέλνουμε, κι έρχονται τα πιάτα μας. Την ώρα που χειριζόμασταν τα μαχαιροπήρουνα, που ήταν δυσανάλογα μεγάλα για τις ποσότητες φαγητού (δεύτερο hint, μάλλον περιττό: τα μαχαιροπήρουνα ήταν κανονικού μεγέθους), ο σεφ κάνει το λάθος να πάει δίπλα στον Κώστα:
«Πώς πάμε; Όλα καλά;»
«Μια χαρά, μια χαρά.»
«Το κοτόπουλο; Πώς το βρήκατε;»
Και ο Κώστας, κάνοντας μια κίνηση με το μαχαίρι σπρώχνοντας το φαγητό δεξιά-αριστερά στο πιάτο: «Εντελώς τυχαία.»
¹ ήταν όταν βγήκε το Out of the Silent Planet
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
The End who says “Ni(gh)!”
Με όλα αυτά τα νούμερα του κτήνους (The name's ΑΜΚΑ. Πωλ ΑΜΚΑ. barcodes, RFIDs και προσεχώς εμφυτευόμενα τσιπάκια), τα νούμερα της Εκκλησίας μάς την πέφτουν μαζικά, τραβάνε τα μαλλιά τους και οδύρονται για την επαλήθευση των λόγων του Ιωάννη στην Αποκάλυψη. Δεν αναφέρομαι στο γενικώς χρήσιμο «Μετανοείτε», αλλά στην γενική φοβία και ενίοτε πανικό που εκφράζεται από τους ευλαβείς και «ευλαβείς»¹. Με το φτωχό θεόδοτο ορθολογιστικό (κατά το δυνατόν) μυαλό μου, δεν καταλαβαίνω το γιατί. Όπως βλέπω τα πράγματα, η κατάσταση είναι win-win σχεδόν για όλους, ή ίσως, σχεδόν για όλους δεν είναι lose-lose.
Παρένθεση: μετά χαράς να δεχτώ πως όντως οδεύουμε προς την Τελική Κρίση. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα κ.τ.λ., οπότε ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω, να διαψεύσω και να κοροϊδεύσω; Κλείνω την παρένθεση και παραθέτω τα υπέρ της επερχόμενης Δευτέρας Παρουσίας.
• Οι Χριστιανοί (και δη οι Ορθόδοξοι²) επιτέλους θα δικαιωθούν, θα απολαύσουν τους καρπούς των κόπων των επιβραβευόμενοι με παραδείσια αιώνια ζωή, όπου θα ξαναβρεθούν με τους αγαπημένους τους.
• Οι Σατανιστές χαίρονται επειδή, επιτέλους!, έρχεται η βασιλεία του Κτήνους, για όσο κρατήσει. Ειδικά οι πιο ονειροπόλοι, που εικάζουν πως ο Θεός έχει πάψει να υφίσταται και μόνο ο Σατανάς έχει απομείνει, δεν φοβούνται πως θα καούν στην Κόλαση, οπότε πιστεύουν πως η εν λόγω βασιλεία θα κρατήσει και για πάντα.
• Μωαμεθανοί και Βουδιστές δεν θα πρέπει να ιδρώνει ιδιαίτερα το αυτί τους, επειδή για αυτούς ισχύουν άλλα συμβόλαια.
• Άθεοι και αγνωστικιστές έχουν πάρει απόφαση πως όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε και δεν προσδοκούν ζωήν του μέλλοντος αιώνος, οπότε τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα.
• Οι καπιταλιστές, ειδικότερα, θα ζουν τον επί Γης παράδεισο, με το κεφάλαιο να πηγαινοέρχεται (με τάση προς το -έρχεται) βάσει των αγαπημένων τους κανόνων, αφού ούτως ή άλλως θεωρούν πως αυτή είναι η φυσική τάση του ανθρώπου, και πως αν ο άνθρωπος δεν είχε εφεύρει το χρήμα, το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να το εφεύρει.
• Ο απλός λαουτζίκος, όσοι γενικώς υποφέρουν, θα πρέπει να το αντιμετωπίζει ως ακόμα μία αλλαγή κυβέρνησης: πόσο χειρότερα μπορεί να γίνουν τα πράγματα; The pain constantly gets worse.
Ξεχνάω κανέναν; Σίγουρα, πολλούς θα ξεχνάω (οι Scientologists, άραγε, εντάσσονται στους καπιταλιστές;), και πιθανώς μέσα στη γενίκευση να μη βλέπω τα κατά της Δευτέρας Παρουσίας, αλλά αυτό δεν το θεωρώ ως καταρριπτικό επιχείρημα εναντίον της άποψής μου. Ακόμα κι αν είναι σαθρή η άποψή μου, όμως, δεν μπορώ να εξηγήσω την απογοήτευση, τον θυμό, τον πανικό, την αντίθεση και επιθυμία αναβολής της Θείας Κρίσης.
Εγώ από μεριάς μου, τείνω να πιστεύω πως μετά θάνατον, ο καθένας μας θα πάει όπου θεωρεί ο ίδιος ότι αξίζει: Παράδεισος, Κόλαση, μετεμψύχωση, επανένωση με το σύμπαν, ανυπαρξία. Ας επιλέξουμε, και ας σκεφτούμε, νιώσουμε, αισθανθούμε και πράξουμε ανάλογα.³
¹ Ξέρω αρκετούς «ευλαβείς» που περιορίζουν την ευλάβεια στο φαίνεσθαι και όχι στο είναι. Ευτυχώς για 'μένα, ξέρω και αρκετούς ευλαβείς.
² Απ' όσο ξέρω, οι Ορθόδοξοι κανονικά εορτάζουν στην ονομαστική τους (μας) εορτή και όχι τα ξενόφερτα γενέθλια. Τι είναι η ονομαστική εορτή; Η ημέρα που ο κάθε άγιος και όσιος απεδήμησεν εις Κύριον, δηλαδή πέθανε, οπότε και ξεκίνησε την μετά θάνατον αιώνια ζωή του αξιωματικά στον Παράδεισο. Αν ήθελα να το χοντρύνω, θα έλεγα πως ο ευλαβής Ορθόδοξος θα έπρεπε —πέρα από τον ανθρώπινο πόνο— να έχει και λίγη χαρά όταν κάποιος δικός του αποδημεί έχοντας ζήσει με χριστιανικές αρχές, αφού απαλλάχτηκε από το βάρος και τα βάσανα της επίγειας ζωής και πήγε στον Παράδεισο· δεν θέλω όμως να το χοντρύνω, είμαι άνθρωπος με τρόπους και προαιρέσεις.
³ Τρομερή προτροπή! Εντελώς άχρηστη, βασικά. Ούτως ή άλλως, μια τόσο γενική και εύπλαστη τοποθέτηση ουσιαστικά είναι αυτό που κάνουν όλοι.
Παρένθεση: μετά χαράς να δεχτώ πως όντως οδεύουμε προς την Τελική Κρίση. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα κ.τ.λ., οπότε ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω, να διαψεύσω και να κοροϊδεύσω; Κλείνω την παρένθεση και παραθέτω τα υπέρ της επερχόμενης Δευτέρας Παρουσίας.
• Οι Χριστιανοί (και δη οι Ορθόδοξοι²) επιτέλους θα δικαιωθούν, θα απολαύσουν τους καρπούς των κόπων των επιβραβευόμενοι με παραδείσια αιώνια ζωή, όπου θα ξαναβρεθούν με τους αγαπημένους τους.
• Οι Σατανιστές χαίρονται επειδή, επιτέλους!, έρχεται η βασιλεία του Κτήνους, για όσο κρατήσει. Ειδικά οι πιο ονειροπόλοι, που εικάζουν πως ο Θεός έχει πάψει να υφίσταται και μόνο ο Σατανάς έχει απομείνει, δεν φοβούνται πως θα καούν στην Κόλαση, οπότε πιστεύουν πως η εν λόγω βασιλεία θα κρατήσει και για πάντα.
• Μωαμεθανοί και Βουδιστές δεν θα πρέπει να ιδρώνει ιδιαίτερα το αυτί τους, επειδή για αυτούς ισχύουν άλλα συμβόλαια.
• Άθεοι και αγνωστικιστές έχουν πάρει απόφαση πως όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε και δεν προσδοκούν ζωήν του μέλλοντος αιώνος, οπότε τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα.
• Οι καπιταλιστές, ειδικότερα, θα ζουν τον επί Γης παράδεισο, με το κεφάλαιο να πηγαινοέρχεται (με τάση προς το -έρχεται) βάσει των αγαπημένων τους κανόνων, αφού ούτως ή άλλως θεωρούν πως αυτή είναι η φυσική τάση του ανθρώπου, και πως αν ο άνθρωπος δεν είχε εφεύρει το χρήμα, το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να το εφεύρει.
• Ο απλός λαουτζίκος, όσοι γενικώς υποφέρουν, θα πρέπει να το αντιμετωπίζει ως ακόμα μία αλλαγή κυβέρνησης: πόσο χειρότερα μπορεί να γίνουν τα πράγματα; The pain constantly gets worse.
Ξεχνάω κανέναν; Σίγουρα, πολλούς θα ξεχνάω (οι Scientologists, άραγε, εντάσσονται στους καπιταλιστές;), και πιθανώς μέσα στη γενίκευση να μη βλέπω τα κατά της Δευτέρας Παρουσίας, αλλά αυτό δεν το θεωρώ ως καταρριπτικό επιχείρημα εναντίον της άποψής μου. Ακόμα κι αν είναι σαθρή η άποψή μου, όμως, δεν μπορώ να εξηγήσω την απογοήτευση, τον θυμό, τον πανικό, την αντίθεση και επιθυμία αναβολής της Θείας Κρίσης.
Εγώ από μεριάς μου, τείνω να πιστεύω πως μετά θάνατον, ο καθένας μας θα πάει όπου θεωρεί ο ίδιος ότι αξίζει: Παράδεισος, Κόλαση, μετεμψύχωση, επανένωση με το σύμπαν, ανυπαρξία. Ας επιλέξουμε, και ας σκεφτούμε, νιώσουμε, αισθανθούμε και πράξουμε ανάλογα.³
¹ Ξέρω αρκετούς «ευλαβείς» που περιορίζουν την ευλάβεια στο φαίνεσθαι και όχι στο είναι. Ευτυχώς για 'μένα, ξέρω και αρκετούς ευλαβείς.
² Απ' όσο ξέρω, οι Ορθόδοξοι κανονικά εορτάζουν στην ονομαστική τους (μας) εορτή και όχι τα ξενόφερτα γενέθλια. Τι είναι η ονομαστική εορτή; Η ημέρα που ο κάθε άγιος και όσιος απεδήμησεν εις Κύριον, δηλαδή πέθανε, οπότε και ξεκίνησε την μετά θάνατον αιώνια ζωή του αξιωματικά στον Παράδεισο. Αν ήθελα να το χοντρύνω, θα έλεγα πως ο ευλαβής Ορθόδοξος θα έπρεπε —πέρα από τον ανθρώπινο πόνο— να έχει και λίγη χαρά όταν κάποιος δικός του αποδημεί έχοντας ζήσει με χριστιανικές αρχές, αφού απαλλάχτηκε από το βάρος και τα βάσανα της επίγειας ζωής και πήγε στον Παράδεισο· δεν θέλω όμως να το χοντρύνω, είμαι άνθρωπος με τρόπους και προαιρέσεις.
³ Τρομερή προτροπή! Εντελώς άχρηστη, βασικά. Ούτως ή άλλως, μια τόσο γενική και εύπλαστη τοποθέτηση ουσιαστικά είναι αυτό που κάνουν όλοι.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Ξεπέτα
Γενικώς, δεν πολυκάνω αναρτήσεις με αστεία videos ή φωτογραφίες που κυκλοφορούν μέσω email. Στην προκειμένη, θα κάνω χρήση τριών παλιών καλών φωτογραφιών, που έχουν παλιώσει σαν το καλό κρασί.
Όσον αφορά την ανάρτηση της Αθανασίας με σχόλιο για την ανάρτηση του azrael:

Μια απερίγραπτα λατρεμένη γελοιογραφία, αφιερωμένη σε όσους αγαπούν τα σκυλιά:

Το ιστολόγιο αυτό υποχρεούται να παρέχει δελτίο παραπόνων στην έξοδο:
Όσον αφορά την ανάρτηση της Αθανασίας με σχόλιο για την ανάρτηση του azrael:

Μια απερίγραπτα λατρεμένη γελοιογραφία, αφιερωμένη σε όσους αγαπούν τα σκυλιά:

Το ιστολόγιο αυτό υποχρεούται να παρέχει δελτίο παραπόνων στην έξοδο:
It wasn't my fault!
(Προειδοποίηση: το παρόν ποστ ταιριάζει περισσότερο ως ανοιχτή επιστολή προς ψυχολόγο παρά ως ανάρτηση γενικού ενδιαφέροντος, οπότε μπορείτε να το προσπεράσετε χωρίς να χάσετε κάτι, αν δεν το διαβάσετε.)
Είναι μια τάση που έχουν πολλοί άνθρωποι, στους οποίους συγκαταλέγομαι συχνά κι εγώ. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να το ελέγχω, και να αποφεύγω τη σπασμωδική κομπλεξική αντίδραση του «δεν φταίω εγώ» χωρίς να βεβαιωθώ πρώτα αν όντως φταίω ή όχι. (Πρόσφατα, δε, θυμήθηκα την αθάνατη σκηνή από το Blues Brothers).
Η στάση μου, όμως, επηρεάζεται όταν είμαι απέναντι σε κάποιον που το έχει αναγάγει σε τέχνη (η αποποίηση της ευθύνης συχνά πάει πακέτο με τον συνεχή σχολιασμό καταστάσεων και προβλέψεις. Κάποιες από τις προβλέψεις, στατιστικά, θα βγουν σωστές, οπότε βολεύει να ξεχάσεις όλες τις λάθος προβλέψεις και να αναφέρεις στους άλλους «το'πα εγώ, δεν το'πα;» ώστε να βελτιώσεις το κύρος σου ως αυθεντία επί παντός επιστητού, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Bear with me, που λένε. Θα παραθέσω ένα πρόσφατο συμβάν, μιλώντας χωρίς ονόματα, αν και τα συμπεράσματα είναι εύκολα.
Αύριο θα χρειαστεί να είμαι μακριά από το σπίτι στις 16:30, και θα φύγω κατά τις 15:30. Κάποιος θα χρειαστεί να είναι στο σπίτι αν ξυπνήσουν τα παιδιά. Έγινε μια συνεννόηση, όπου αναφέρθηκε πως θα λείψω «μεσημέρι».
Σήμερα έγινε διευκρινιστική ερώτηση:
«Δηλαδή, τι ώρα θα λείψεις αύριο;»
«Θα φύγω από το σπίτι κατά τις τρεις και μισή;»
«Α, τόσο αργά; Εγώ νόμιζα κατά τις 12-1.»
Σκέφτομαι πως, ναι, ακριβολογικά, μεσημέρι είναι τότε· είναι ο μέσος όρος μεταξύ ανατολής και δύσης. Σκέφτομαι και την καταχρηστική χρήση του όρου, αλλά δεν μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ως επιχείρημα όταν είμαι οπαδός της ακριβολογίας, οπότε λέω κι εγώ:
«Απομεσήμερο, λοιπόν.»
«Εκείνη την ώρα έχω κανονίσει το τάδε ραντεβού. Θα πρέπει να καθίσει ο τάδε το μεσημέρι με τα παιδιά.»
Καμπανάκι! ντιν-ντιν-ντιν χτυπάει στο κεφάλι μου. Η αλλεργία μου στα διπλά μέτρα και σταθμά φουντώνει, αλλά ευτυχώς κρατάω αξιοθαύμαστα την ψυχραιμία μου¹, λέγοντας απλώς:
«Άκουσες τώρα τι είπες;»
«Τι είπα;»
«Το "μεσημέρι". Αυτό που είπα κι εγώ, δηλαδή.»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διακόπηκε η συζήτηση λόγω ερχομού τρίτου στο χώρο. Μετά από λίγο, συνεχίστηκε, όταν ο συζητητής μου επανήλθε υποστηρίζοντας πως, σε καμία περίπτωση, τρεις-τέσσερις δεν είναι "μεσημέρι"². Είπα κι εγώ: «Τι ώρα κοιμούνται τα παιδιά; "Μεσημέρι" δεν λέμε; Δεν τα βάζουμε για ύπνο από τις δώδεκα-μία!», με σιωπή για απάντηση. Να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ την σιωπή ως "αναγνώριση λάθους", τουλάχιστον στην ειδική περίπτωση του συνομιλητή μου.
Το ζουμί είναι πως εγώ δεν χαλάστηκα καθόλου για το αν μπορούσε ο συνομιλητής μου να είναι με τα παιδιά ή όχι. Λύση θα βρισκόταν. Ακόμα και στο σημείο που υποστηρίχτηκε πως η ασάφεια οφειλόταν σε εμένα (ή σε άλλον που μετέφερε τα λεγόμενά μου), πάλι το δέχτηκα. Αλλά τα πήρα, προφανώς, όταν ασυναίσθητα ο άλλος χρησιμοποίησε το δικό μου λάθος (τεχνικά) για να εννοήσει το ίδιο πράγμα που είχα εννοήσει κι εγώ. Ποιος ο λόγος για όλη τη συζήτηση;
Είχα συζήτηση παρόμοιου feeling στο παρελθόν για τη διαφορά μεταξύ απαρίθμησης ημερών και χρονικού διαστήματος, όπου προσπαθούσα να εξηγήσω πως, αν ξεκινάς από π.χ. Σάββατο στις 11, ένα διάστημα επτά ημερών τελειώνει το επόμενο Σάββατο στις 11. «Όχι», ερχόταν η απάντηση, «Σάββατο με Σάββατο είναι οκτώ ημέρες.» Η απόδειξη ερχόταν μετρώντας ημέρες στα δάκτυλα: Σάββατο, Κυριακή… Παρασκευή, Σάββατο. Οκτώ. Εκείνη ήταν από τις φορές που ήθελα να κοπανήσω το κεφάλι μου στον τοίχο, αλλά μεσολάβησε τρίτος να σταματήσει η κουβέντα, και έτσι δεν πρόλαβα να επιχειρηματολογήσω δια της επαγωγικής μεθόδου³. Καλύτερα, μάλλον. Θα τράβαγα τα μαλλιά μου. Είναι κάτι σαν να γεννηθεί ένα παιδί στις 23:45, και μισή ώρα αργότερα, στις 00:15, να λες «το παιδί είναι δύο ημερών», επειδή «έτσι το μετράμε»⁴.
Κατά τα άλλα, όταν στο ΣΚΑΪ βάζει διαφήμιση βιβλίων για τους Έλληνες του Πόντου, δεν μπορώ να μη σκεφτώ τόσο δα μικρούλια ανθρωπάκια να περιφέρονται με φουστανέλες. Δεν μπορώ.
———
¹ αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που έγραψα κι αυτή την ανάρτηση. Αν τα είχα πάρει πάλι στην κράνα και φώναζα, δεν θα είχα λόγο να γράψω εδώ για να θαυμάσετε για άλλη μια φορά την πλαστή εξιδανικευμένη μου εικόνα.
² εδώ περνάμε πλέον στην άμυνα ζώνης. Πρέπει πάση θυσία να φταίει ο άλλος, ακόμα κι αν έκανες και εσύ αυτό που προσάπτεις ως λάθος, ακόμα κι αν εξαρχής ΔΕΝ σε κατηγόρησε κανείς.
³ πας στο γιατρό και σου λέει: «πάρε το χάπι, και για επτά ημέρες μη φας, θα πεθάνεις!» Πότε θα φας; Ε, το επτά θα γίνει έξι, το έξι πέντε, και όταν καταλήξουμε στο «για μια ημέρα μη φας», ε, ρε πούστη μου, ο γιατρός δεν εννοεί «πάρε το χάπι και φάε αμέσως μετά», πώς να το κάνουμε;
⁴ προφανώς και έχει γίνει αυτή η συζήτηση, δεν τα βγάζω από τη γκλάβα μου. Το είχα φέρει αυτό το παράδειγμα, και επειδή επέμενα παρά τις αντιρρήσεις τύπου «κολλάς σε λεπτομέρειες», έλαβα την απάντηση «σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε ότι το παιδί είναι μιας ημέρας». Τι μιας ημέρας, γαμώ την τρέλα μου γαμώ, ούτε ώρας δεν είναι το παιδί. Άμα το παιδί γεννήθηκε το 2006 και μπει το 2007, είναι δύο ετών το παιδί; Γιατί να μετράμε τις ημέρες διαφορετικά από τα χρόνια; Πολύ μπερδεύομαι. Τόσα ερωτήματα αναπάντητα σε αυτό το σύμπαν.
Είναι μια τάση που έχουν πολλοί άνθρωποι, στους οποίους συγκαταλέγομαι συχνά κι εγώ. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να το ελέγχω, και να αποφεύγω τη σπασμωδική κομπλεξική αντίδραση του «δεν φταίω εγώ» χωρίς να βεβαιωθώ πρώτα αν όντως φταίω ή όχι. (Πρόσφατα, δε, θυμήθηκα την αθάνατη σκηνή από το Blues Brothers).
Η στάση μου, όμως, επηρεάζεται όταν είμαι απέναντι σε κάποιον που το έχει αναγάγει σε τέχνη (η αποποίηση της ευθύνης συχνά πάει πακέτο με τον συνεχή σχολιασμό καταστάσεων και προβλέψεις. Κάποιες από τις προβλέψεις, στατιστικά, θα βγουν σωστές, οπότε βολεύει να ξεχάσεις όλες τις λάθος προβλέψεις και να αναφέρεις στους άλλους «το'πα εγώ, δεν το'πα;» ώστε να βελτιώσεις το κύρος σου ως αυθεντία επί παντός επιστητού, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Bear with me, που λένε. Θα παραθέσω ένα πρόσφατο συμβάν, μιλώντας χωρίς ονόματα, αν και τα συμπεράσματα είναι εύκολα.
Αύριο θα χρειαστεί να είμαι μακριά από το σπίτι στις 16:30, και θα φύγω κατά τις 15:30. Κάποιος θα χρειαστεί να είναι στο σπίτι αν ξυπνήσουν τα παιδιά. Έγινε μια συνεννόηση, όπου αναφέρθηκε πως θα λείψω «μεσημέρι».
Σήμερα έγινε διευκρινιστική ερώτηση:
«Δηλαδή, τι ώρα θα λείψεις αύριο;»
«Θα φύγω από το σπίτι κατά τις τρεις και μισή;»
«Α, τόσο αργά; Εγώ νόμιζα κατά τις 12-1.»
Σκέφτομαι πως, ναι, ακριβολογικά, μεσημέρι είναι τότε· είναι ο μέσος όρος μεταξύ ανατολής και δύσης. Σκέφτομαι και την καταχρηστική χρήση του όρου, αλλά δεν μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ως επιχείρημα όταν είμαι οπαδός της ακριβολογίας, οπότε λέω κι εγώ:
«Απομεσήμερο, λοιπόν.»
«Εκείνη την ώρα έχω κανονίσει το τάδε ραντεβού. Θα πρέπει να καθίσει ο τάδε το μεσημέρι με τα παιδιά.»
Καμπανάκι! ντιν-ντιν-ντιν χτυπάει στο κεφάλι μου. Η αλλεργία μου στα διπλά μέτρα και σταθμά φουντώνει, αλλά ευτυχώς κρατάω αξιοθαύμαστα την ψυχραιμία μου¹, λέγοντας απλώς:
«Άκουσες τώρα τι είπες;»
«Τι είπα;»
«Το "μεσημέρι". Αυτό που είπα κι εγώ, δηλαδή.»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διακόπηκε η συζήτηση λόγω ερχομού τρίτου στο χώρο. Μετά από λίγο, συνεχίστηκε, όταν ο συζητητής μου επανήλθε υποστηρίζοντας πως, σε καμία περίπτωση, τρεις-τέσσερις δεν είναι "μεσημέρι"². Είπα κι εγώ: «Τι ώρα κοιμούνται τα παιδιά; "Μεσημέρι" δεν λέμε; Δεν τα βάζουμε για ύπνο από τις δώδεκα-μία!», με σιωπή για απάντηση. Να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ την σιωπή ως "αναγνώριση λάθους", τουλάχιστον στην ειδική περίπτωση του συνομιλητή μου.
Το ζουμί είναι πως εγώ δεν χαλάστηκα καθόλου για το αν μπορούσε ο συνομιλητής μου να είναι με τα παιδιά ή όχι. Λύση θα βρισκόταν. Ακόμα και στο σημείο που υποστηρίχτηκε πως η ασάφεια οφειλόταν σε εμένα (ή σε άλλον που μετέφερε τα λεγόμενά μου), πάλι το δέχτηκα. Αλλά τα πήρα, προφανώς, όταν ασυναίσθητα ο άλλος χρησιμοποίησε το δικό μου λάθος (τεχνικά) για να εννοήσει το ίδιο πράγμα που είχα εννοήσει κι εγώ. Ποιος ο λόγος για όλη τη συζήτηση;
Είχα συζήτηση παρόμοιου feeling στο παρελθόν για τη διαφορά μεταξύ απαρίθμησης ημερών και χρονικού διαστήματος, όπου προσπαθούσα να εξηγήσω πως, αν ξεκινάς από π.χ. Σάββατο στις 11, ένα διάστημα επτά ημερών τελειώνει το επόμενο Σάββατο στις 11. «Όχι», ερχόταν η απάντηση, «Σάββατο με Σάββατο είναι οκτώ ημέρες.» Η απόδειξη ερχόταν μετρώντας ημέρες στα δάκτυλα: Σάββατο, Κυριακή… Παρασκευή, Σάββατο. Οκτώ. Εκείνη ήταν από τις φορές που ήθελα να κοπανήσω το κεφάλι μου στον τοίχο, αλλά μεσολάβησε τρίτος να σταματήσει η κουβέντα, και έτσι δεν πρόλαβα να επιχειρηματολογήσω δια της επαγωγικής μεθόδου³. Καλύτερα, μάλλον. Θα τράβαγα τα μαλλιά μου. Είναι κάτι σαν να γεννηθεί ένα παιδί στις 23:45, και μισή ώρα αργότερα, στις 00:15, να λες «το παιδί είναι δύο ημερών», επειδή «έτσι το μετράμε»⁴.
Κατά τα άλλα, όταν στο ΣΚΑΪ βάζει διαφήμιση βιβλίων για τους Έλληνες του Πόντου, δεν μπορώ να μη σκεφτώ τόσο δα μικρούλια ανθρωπάκια να περιφέρονται με φουστανέλες. Δεν μπορώ.
———
¹ αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που έγραψα κι αυτή την ανάρτηση. Αν τα είχα πάρει πάλι στην κράνα και φώναζα, δεν θα είχα λόγο να γράψω εδώ για να θαυμάσετε για άλλη μια φορά την πλαστή εξιδανικευμένη μου εικόνα.
² εδώ περνάμε πλέον στην άμυνα ζώνης. Πρέπει πάση θυσία να φταίει ο άλλος, ακόμα κι αν έκανες και εσύ αυτό που προσάπτεις ως λάθος, ακόμα κι αν εξαρχής ΔΕΝ σε κατηγόρησε κανείς.
³ πας στο γιατρό και σου λέει: «πάρε το χάπι, και για επτά ημέρες μη φας, θα πεθάνεις!» Πότε θα φας; Ε, το επτά θα γίνει έξι, το έξι πέντε, και όταν καταλήξουμε στο «για μια ημέρα μη φας», ε, ρε πούστη μου, ο γιατρός δεν εννοεί «πάρε το χάπι και φάε αμέσως μετά», πώς να το κάνουμε;
⁴ προφανώς και έχει γίνει αυτή η συζήτηση, δεν τα βγάζω από τη γκλάβα μου. Το είχα φέρει αυτό το παράδειγμα, και επειδή επέμενα παρά τις αντιρρήσεις τύπου «κολλάς σε λεπτομέρειες», έλαβα την απάντηση «σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε ότι το παιδί είναι μιας ημέρας». Τι μιας ημέρας, γαμώ την τρέλα μου γαμώ, ούτε ώρας δεν είναι το παιδί. Άμα το παιδί γεννήθηκε το 2006 και μπει το 2007, είναι δύο ετών το παιδί; Γιατί να μετράμε τις ημέρες διαφορετικά από τα χρόνια; Πολύ μπερδεύομαι. Τόσα ερωτήματα αναπάντητα σε αυτό το σύμπαν.
Σάββατο 16 Μαΐου 2009
Το μυστηριώδες μωρό του Stepford
Πριν αρκετό καιρό, είχαμε πάει στον φίλο το Νίκο παρέα και με τον Αργύρη. Εκείνη την ημέρα, ο μικρός Στέφανος γκρίνιαζε ΠΟΛΥ. Έκτοτε, φυσικά, με την παραμικρή ευκαιρία πειράζαμε Νίκο/Βάσω για το «πιο γκρινιάρικο μωρό που υπάρχει» κ.τ.λ.
Την Τετάρτη, όπως όλοι πλέον ξέρετε, είχαμε πίτσα στο σπίτι, και ήρθαν Νίκος-Βάσω-Στέφανος & Αργύρης. Ε, ήταν η σειρά του Αλέξανδρου και του Μενέλαου (κυρίως) να είναι τρομερά γκρινιάρηδες, ενώ ο Στέφανος ήταν μωρό-υπόδειγμα. Μάλιστα, παραήταν υπόδειγμα. Ήταν το τέλειο μωρό για τους σχεδιαστές παιχνιδιών, ας πούμε: ένα παιχνίδι υποτίθεται πως πρέπει να το παίζεις έτσι και να διασκεδάζεις έτσι. Ακριβώς αυτό έκανε ο Στέφανος. Εκεί που ο Αλέξανδρος θα έβγαζε τις μπαταρίες και ο Μενέλαος θα το κοπανούσε όπου έβρισκε, ο Στέφανος έπαιζε όπως έπρεπε να παίξει.
Όταν είχαν φύγει τα παιδιά και είχα βγει για τσιγάρο με τον Αργύρη να μου κάνει παρέα, σχολιάσαμε την κατατροπωτική ήττα της ημέρας (δηλαδή, πόσο ανήσυχοι ήταν οι «δικοί» μας, ενώ ο Στέφανος ήταν σαφώς demo). Την ώρα δε που λέγαμε για το πόσο ωραία έπαιζε, βλέπαμε μέσα στην κουζίνα τον Μενέλαο να παίζει με τα ντουλάπια και τα τηγάνια, και τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να χώσει ένα Wettex ανάμεσα στο ψυγείο και στο διπλανό ντουλάπι, και λίγο αργότερα να τυλίγει ένα αυτοκινητάκι με το Wettex και να κάνει ότι το τρώει. Νομίσαμε ότι το είχε κάνει σάντουιτς, αλλά στη σχετική ερώτησή μας μας απάντησε πως ήταν «παγωτό».
Νίκο, πες την αλήθεια: τι είχατε δώσει στον Στέφανο;-)
Την Τετάρτη, όπως όλοι πλέον ξέρετε, είχαμε πίτσα στο σπίτι, και ήρθαν Νίκος-Βάσω-Στέφανος & Αργύρης. Ε, ήταν η σειρά του Αλέξανδρου και του Μενέλαου (κυρίως) να είναι τρομερά γκρινιάρηδες, ενώ ο Στέφανος ήταν μωρό-υπόδειγμα. Μάλιστα, παραήταν υπόδειγμα. Ήταν το τέλειο μωρό για τους σχεδιαστές παιχνιδιών, ας πούμε: ένα παιχνίδι υποτίθεται πως πρέπει να το παίζεις έτσι και να διασκεδάζεις έτσι. Ακριβώς αυτό έκανε ο Στέφανος. Εκεί που ο Αλέξανδρος θα έβγαζε τις μπαταρίες και ο Μενέλαος θα το κοπανούσε όπου έβρισκε, ο Στέφανος έπαιζε όπως έπρεπε να παίξει.
Όταν είχαν φύγει τα παιδιά και είχα βγει για τσιγάρο με τον Αργύρη να μου κάνει παρέα, σχολιάσαμε την κατατροπωτική ήττα της ημέρας (δηλαδή, πόσο ανήσυχοι ήταν οι «δικοί» μας, ενώ ο Στέφανος ήταν σαφώς demo). Την ώρα δε που λέγαμε για το πόσο ωραία έπαιζε, βλέπαμε μέσα στην κουζίνα τον Μενέλαο να παίζει με τα ντουλάπια και τα τηγάνια, και τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να χώσει ένα Wettex ανάμεσα στο ψυγείο και στο διπλανό ντουλάπι, και λίγο αργότερα να τυλίγει ένα αυτοκινητάκι με το Wettex και να κάνει ότι το τρώει. Νομίσαμε ότι το είχε κάνει σάντουιτς, αλλά στη σχετική ερώτησή μας μας απάντησε πως ήταν «παγωτό».
Νίκο, πες την αλήθεια: τι είχατε δώσει στον Στέφανο;-)
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)