(Προειδοποίηση: το παρόν ποστ ταιριάζει περισσότερο ως ανοιχτή επιστολή προς ψυχολόγο παρά ως ανάρτηση γενικού ενδιαφέροντος, οπότε μπορείτε να το προσπεράσετε χωρίς να χάσετε κάτι, αν δεν το διαβάσετε.)
Είναι μια τάση που έχουν πολλοί άνθρωποι, στους οποίους συγκαταλέγομαι συχνά κι εγώ. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να το ελέγχω, και να αποφεύγω τη σπασμωδική κομπλεξική αντίδραση του «δεν φταίω εγώ» χωρίς να βεβαιωθώ πρώτα αν όντως φταίω ή όχι. (Πρόσφατα, δε, θυμήθηκα την αθάνατη σκηνή από το Blues Brothers).
Η στάση μου, όμως, επηρεάζεται όταν είμαι απέναντι σε κάποιον που το έχει αναγάγει σε τέχνη (η αποποίηση της ευθύνης συχνά πάει πακέτο με τον συνεχή σχολιασμό καταστάσεων και προβλέψεις. Κάποιες από τις προβλέψεις, στατιστικά, θα βγουν σωστές, οπότε βολεύει να ξεχάσεις όλες τις λάθος προβλέψεις και να αναφέρεις στους άλλους «το'πα εγώ, δεν το'πα;» ώστε να βελτιώσεις το κύρος σου ως αυθεντία επί παντός επιστητού, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Bear with me, που λένε. Θα παραθέσω ένα πρόσφατο συμβάν, μιλώντας χωρίς ονόματα, αν και τα συμπεράσματα είναι εύκολα.
Αύριο θα χρειαστεί να είμαι μακριά από το σπίτι στις 16:30, και θα φύγω κατά τις 15:30. Κάποιος θα χρειαστεί να είναι στο σπίτι αν ξυπνήσουν τα παιδιά. Έγινε μια συνεννόηση, όπου αναφέρθηκε πως θα λείψω «μεσημέρι».
Σήμερα έγινε διευκρινιστική ερώτηση:
«Δηλαδή, τι ώρα θα λείψεις αύριο;»
«Θα φύγω από το σπίτι κατά τις τρεις και μισή;»
«Α, τόσο αργά; Εγώ νόμιζα κατά τις 12-1.»
Σκέφτομαι πως, ναι, ακριβολογικά, μεσημέρι είναι τότε· είναι ο μέσος όρος μεταξύ ανατολής και δύσης. Σκέφτομαι και την καταχρηστική χρήση του όρου, αλλά δεν μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ως επιχείρημα όταν είμαι οπαδός της ακριβολογίας, οπότε λέω κι εγώ:
«Απομεσήμερο, λοιπόν.»
«Εκείνη την ώρα έχω κανονίσει το τάδε ραντεβού. Θα πρέπει να καθίσει ο τάδε το μεσημέρι με τα παιδιά.»
Καμπανάκι! ντιν-ντιν-ντιν χτυπάει στο κεφάλι μου. Η αλλεργία μου στα διπλά μέτρα και σταθμά φουντώνει, αλλά ευτυχώς κρατάω αξιοθαύμαστα την ψυχραιμία μου¹, λέγοντας απλώς:
«Άκουσες τώρα τι είπες;»
«Τι είπα;»
«Το "μεσημέρι". Αυτό που είπα κι εγώ, δηλαδή.»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διακόπηκε η συζήτηση λόγω ερχομού τρίτου στο χώρο. Μετά από λίγο, συνεχίστηκε, όταν ο συζητητής μου επανήλθε υποστηρίζοντας πως, σε καμία περίπτωση, τρεις-τέσσερις δεν είναι "μεσημέρι"². Είπα κι εγώ: «Τι ώρα κοιμούνται τα παιδιά; "Μεσημέρι" δεν λέμε; Δεν τα βάζουμε για ύπνο από τις δώδεκα-μία!», με σιωπή για απάντηση. Να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ την σιωπή ως "αναγνώριση λάθους", τουλάχιστον στην ειδική περίπτωση του συνομιλητή μου.
Το ζουμί είναι πως εγώ δεν χαλάστηκα καθόλου για το αν μπορούσε ο συνομιλητής μου να είναι με τα παιδιά ή όχι. Λύση θα βρισκόταν. Ακόμα και στο σημείο που υποστηρίχτηκε πως η ασάφεια οφειλόταν σε εμένα (ή σε άλλον που μετέφερε τα λεγόμενά μου), πάλι το δέχτηκα. Αλλά τα πήρα, προφανώς, όταν ασυναίσθητα ο άλλος χρησιμοποίησε το δικό μου λάθος (τεχνικά) για να εννοήσει το ίδιο πράγμα που είχα εννοήσει κι εγώ. Ποιος ο λόγος για όλη τη συζήτηση;
Είχα συζήτηση παρόμοιου feeling στο παρελθόν για τη διαφορά μεταξύ απαρίθμησης ημερών και χρονικού διαστήματος, όπου προσπαθούσα να εξηγήσω πως, αν ξεκινάς από π.χ. Σάββατο στις 11, ένα διάστημα επτά ημερών τελειώνει το επόμενο Σάββατο στις 11. «Όχι», ερχόταν η απάντηση, «Σάββατο με Σάββατο είναι οκτώ ημέρες.» Η απόδειξη ερχόταν μετρώντας ημέρες στα δάκτυλα: Σάββατο, Κυριακή… Παρασκευή, Σάββατο. Οκτώ. Εκείνη ήταν από τις φορές που ήθελα να κοπανήσω το κεφάλι μου στον τοίχο, αλλά μεσολάβησε τρίτος να σταματήσει η κουβέντα, και έτσι δεν πρόλαβα να επιχειρηματολογήσω δια της επαγωγικής μεθόδου³. Καλύτερα, μάλλον. Θα τράβαγα τα μαλλιά μου. Είναι κάτι σαν να γεννηθεί ένα παιδί στις 23:45, και μισή ώρα αργότερα, στις 00:15, να λες «το παιδί είναι δύο ημερών», επειδή «έτσι το μετράμε»⁴.
Κατά τα άλλα, όταν στο ΣΚΑΪ βάζει διαφήμιση βιβλίων για τους Έλληνες του Πόντου, δεν μπορώ να μη σκεφτώ τόσο δα μικρούλια ανθρωπάκια να περιφέρονται με φουστανέλες. Δεν μπορώ.
———
¹ αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που έγραψα κι αυτή την ανάρτηση. Αν τα είχα πάρει πάλι στην κράνα και φώναζα, δεν θα είχα λόγο να γράψω εδώ για να θαυμάσετε για άλλη μια φορά την πλαστή εξιδανικευμένη μου εικόνα.
² εδώ περνάμε πλέον στην άμυνα ζώνης. Πρέπει πάση θυσία να φταίει ο άλλος, ακόμα κι αν έκανες και εσύ αυτό που προσάπτεις ως λάθος, ακόμα κι αν εξαρχής ΔΕΝ σε κατηγόρησε κανείς.
³ πας στο γιατρό και σου λέει: «πάρε το χάπι, και για επτά ημέρες μη φας, θα πεθάνεις!» Πότε θα φας; Ε, το επτά θα γίνει έξι, το έξι πέντε, και όταν καταλήξουμε στο «για μια ημέρα μη φας», ε, ρε πούστη μου, ο γιατρός δεν εννοεί «πάρε το χάπι και φάε αμέσως μετά», πώς να το κάνουμε;
⁴ προφανώς και έχει γίνει αυτή η συζήτηση, δεν τα βγάζω από τη γκλάβα μου. Το είχα φέρει αυτό το παράδειγμα, και επειδή επέμενα παρά τις αντιρρήσεις τύπου «κολλάς σε λεπτομέρειες», έλαβα την απάντηση «σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε ότι το παιδί είναι μιας ημέρας». Τι μιας ημέρας, γαμώ την τρέλα μου γαμώ, ούτε ώρας δεν είναι το παιδί. Άμα το παιδί γεννήθηκε το 2006 και μπει το 2007, είναι δύο ετών το παιδί; Γιατί να μετράμε τις ημέρες διαφορετικά από τα χρόνια; Πολύ μπερδεύομαι. Τόσα ερωτήματα αναπάντητα σε αυτό το σύμπαν.
Φλυαρίες ποικίλου περιεχομένου, που πολύ αμφιβάλλω αν θα ενδιαφέρουν πάνω από 2 άτομα (εμένα συμπεριλαμβανομένου :)
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Σάββατο 16 Μαΐου 2009
Το μυστηριώδες μωρό του Stepford
Πριν αρκετό καιρό, είχαμε πάει στον φίλο το Νίκο παρέα και με τον Αργύρη. Εκείνη την ημέρα, ο μικρός Στέφανος γκρίνιαζε ΠΟΛΥ. Έκτοτε, φυσικά, με την παραμικρή ευκαιρία πειράζαμε Νίκο/Βάσω για το «πιο γκρινιάρικο μωρό που υπάρχει» κ.τ.λ.
Την Τετάρτη, όπως όλοι πλέον ξέρετε, είχαμε πίτσα στο σπίτι, και ήρθαν Νίκος-Βάσω-Στέφανος & Αργύρης. Ε, ήταν η σειρά του Αλέξανδρου και του Μενέλαου (κυρίως) να είναι τρομερά γκρινιάρηδες, ενώ ο Στέφανος ήταν μωρό-υπόδειγμα. Μάλιστα, παραήταν υπόδειγμα. Ήταν το τέλειο μωρό για τους σχεδιαστές παιχνιδιών, ας πούμε: ένα παιχνίδι υποτίθεται πως πρέπει να το παίζεις έτσι και να διασκεδάζεις έτσι. Ακριβώς αυτό έκανε ο Στέφανος. Εκεί που ο Αλέξανδρος θα έβγαζε τις μπαταρίες και ο Μενέλαος θα το κοπανούσε όπου έβρισκε, ο Στέφανος έπαιζε όπως έπρεπε να παίξει.
Όταν είχαν φύγει τα παιδιά και είχα βγει για τσιγάρο με τον Αργύρη να μου κάνει παρέα, σχολιάσαμε την κατατροπωτική ήττα της ημέρας (δηλαδή, πόσο ανήσυχοι ήταν οι «δικοί» μας, ενώ ο Στέφανος ήταν σαφώς demo). Την ώρα δε που λέγαμε για το πόσο ωραία έπαιζε, βλέπαμε μέσα στην κουζίνα τον Μενέλαο να παίζει με τα ντουλάπια και τα τηγάνια, και τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να χώσει ένα Wettex ανάμεσα στο ψυγείο και στο διπλανό ντουλάπι, και λίγο αργότερα να τυλίγει ένα αυτοκινητάκι με το Wettex και να κάνει ότι το τρώει. Νομίσαμε ότι το είχε κάνει σάντουιτς, αλλά στη σχετική ερώτησή μας μας απάντησε πως ήταν «παγωτό».
Νίκο, πες την αλήθεια: τι είχατε δώσει στον Στέφανο;-)
Την Τετάρτη, όπως όλοι πλέον ξέρετε, είχαμε πίτσα στο σπίτι, και ήρθαν Νίκος-Βάσω-Στέφανος & Αργύρης. Ε, ήταν η σειρά του Αλέξανδρου και του Μενέλαου (κυρίως) να είναι τρομερά γκρινιάρηδες, ενώ ο Στέφανος ήταν μωρό-υπόδειγμα. Μάλιστα, παραήταν υπόδειγμα. Ήταν το τέλειο μωρό για τους σχεδιαστές παιχνιδιών, ας πούμε: ένα παιχνίδι υποτίθεται πως πρέπει να το παίζεις έτσι και να διασκεδάζεις έτσι. Ακριβώς αυτό έκανε ο Στέφανος. Εκεί που ο Αλέξανδρος θα έβγαζε τις μπαταρίες και ο Μενέλαος θα το κοπανούσε όπου έβρισκε, ο Στέφανος έπαιζε όπως έπρεπε να παίξει.
Όταν είχαν φύγει τα παιδιά και είχα βγει για τσιγάρο με τον Αργύρη να μου κάνει παρέα, σχολιάσαμε την κατατροπωτική ήττα της ημέρας (δηλαδή, πόσο ανήσυχοι ήταν οι «δικοί» μας, ενώ ο Στέφανος ήταν σαφώς demo). Την ώρα δε που λέγαμε για το πόσο ωραία έπαιζε, βλέπαμε μέσα στην κουζίνα τον Μενέλαο να παίζει με τα ντουλάπια και τα τηγάνια, και τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να χώσει ένα Wettex ανάμεσα στο ψυγείο και στο διπλανό ντουλάπι, και λίγο αργότερα να τυλίγει ένα αυτοκινητάκι με το Wettex και να κάνει ότι το τρώει. Νομίσαμε ότι το είχε κάνει σάντουιτς, αλλά στη σχετική ερώτησή μας μας απάντησε πως ήταν «παγωτό».
Νίκο, πες την αλήθεια: τι είχατε δώσει στον Στέφανο;-)
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009
Τρίτη 12 Μαΐου 2009
Οι λέξεις είναι απεριόριστες
Ξύπνησα από νωρίς επειδή ήθελα να κάνω κάτι, αλλά φυσικά ξύπνησε κι ο Αλέξανδρος. Τον βόλεψα λίγο στην τηλεόραση στα παιδικά της ΕΤ1, αλλά επειδή ευτυχία δεν είναι κάτι που βιώνεις αλλά κάτι που θυμάσαι, πήγε ο Αλέξανδρος, ξύπνησε και τον Μενέλαο και με φώναξαν.
Πάω μέσα, σηκώνω τον μικρό από την κούνια και λέω του Αλέξανδρου: «γιατί δεν τον άφησες κι άλλο να κοιμηθεί;»
«Μπαμπά, τον ξύπνησα να πάει να δει μικιμάους, όπως λέμε μακαρόνια μι κιμά.»
Πάω μέσα, σηκώνω τον μικρό από την κούνια και λέω του Αλέξανδρου: «γιατί δεν τον άφησες κι άλλο να κοιμηθεί;»
«Μπαμπά, τον ξύπνησα να πάει να δει μικιμάους, όπως λέμε μακαρόνια μι κιμά.»
Δευτέρα 11 Μαΐου 2009
Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες
Σήμερα έτυχε να διαβάσω μια ανάρτηση του φίλου μου azrael
Παραδέχομαι ότι ήταν συγκινητικό. Αλλά... η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό είναι "οι γυναίκες όταν νιώθουν ενοχές συνήθως παίρνουν πίπα. Οι άντρες γράφουν όμορφα ποιήματα"
Παραδέχομαι ότι ήταν συγκινητικό. Αλλά... η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό είναι "οι γυναίκες όταν νιώθουν ενοχές συνήθως παίρνουν πίπα. Οι άντρες γράφουν όμορφα ποιήματα"
Τετάρτη 6 Μαΐου 2009
Σόι πάει το βασίλειο
Μου έχει πει η Αθανασία για φάσεις που κοιμάμαι και μιλάω για διάφορα, ή ξυπνάω χωρίς να έχω ξυπνήσει και λέω ή κάνω πράγματα και μετά δεν θυμάμαι τίποτα.
Πριν λίγο, περνούσα έξω από το δωμάτιο των μικρών, και ακούω τον μικρό Μενέλαο. Μπαίνω, και είναι καθιστός στο κρεβάτι του. Ο Αλέξανδρος κοιμάται ακόμα.
Σηκώνω τον μικρό, πάω να βγω από το δωμάτιο, ανοίγει τα μάτια του ο Αλέξανδρος και μου λέει:
«Μπαμπά, τα τσεχάσαμε τα εργαλεία, που πήραμε το λεωφορείο και πήγαμε στη δουλίτσα σου, και δεν μπορούσα να δουλέτσω.»
«Παιδί μου, όνειρο έβλεπες.»
«Όχι, όχι, τα εργαλεία, τα τσεχάσαμε. Δεν τα πήραμε για να μη τα χάσουμε. Πήγαμε βόλτα.»
Ακουμπάω τον μικρό κάτω (για να σουφρώσει και κάνα αυτοκινητάκι από το κρεβάτι του Αλέξανδρου), σηκώνω τον Αλέξανδρο, ακουμπάει το κεφάλι στον ώμο μου. Περιμένω λίγο, δεν αντιδράει, αλλά δεν ξέρω αν κοιμάται. Του λέω, «Άντε, είναι ώρα να δούμε Σασούκι.»
Τινάζεται και αναφωνεί: «Ναι!»
ΤΕΛΟΣ
υπό Αλέξανδρου Χ. Ίψεν
Πριν λίγο, περνούσα έξω από το δωμάτιο των μικρών, και ακούω τον μικρό Μενέλαο. Μπαίνω, και είναι καθιστός στο κρεβάτι του. Ο Αλέξανδρος κοιμάται ακόμα.
Σηκώνω τον μικρό, πάω να βγω από το δωμάτιο, ανοίγει τα μάτια του ο Αλέξανδρος και μου λέει:
«Μπαμπά, τα τσεχάσαμε τα εργαλεία, που πήραμε το λεωφορείο και πήγαμε στη δουλίτσα σου, και δεν μπορούσα να δουλέτσω.»
«Παιδί μου, όνειρο έβλεπες.»
«Όχι, όχι, τα εργαλεία, τα τσεχάσαμε. Δεν τα πήραμε για να μη τα χάσουμε. Πήγαμε βόλτα.»
Ακουμπάω τον μικρό κάτω (για να σουφρώσει και κάνα αυτοκινητάκι από το κρεβάτι του Αλέξανδρου), σηκώνω τον Αλέξανδρο, ακουμπάει το κεφάλι στον ώμο μου. Περιμένω λίγο, δεν αντιδράει, αλλά δεν ξέρω αν κοιμάται. Του λέω, «Άντε, είναι ώρα να δούμε Σασούκι.»
Τινάζεται και αναφωνεί: «Ναι!»
ΤΕΛΟΣ
υπό Αλέξανδρου Χ. Ίψεν
Κυριακή 3 Μαΐου 2009
Κακόγουστο;
Προετοιμαστείτε μέσα στο Σαββατοκύριακο και χτυπήστε κάρτα Δευτέρα πρωί στο γραφείο/κατάστημα/καφενείο με σομπρέρο, πόντσο κι ένα άλμπουμ στο χέρι, λέγοντας «Έφερα φωτογραφίες από το ταξιδάκι μου στο Με-ε-ε-ψού! …κό.»
Κράξτε με ελεύθερα, αν θέλετε. Από μεριάς μου, είναι μια μέθοδος να ξορκίσω το κακό.
Κράξτε με ελεύθερα, αν θέλετε. Από μεριάς μου, είναι μια μέθοδος να ξορκίσω το κακό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)