Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Στο ατάκα-τάκα

Έχω πολύ καιρό να γράψω εδώ, στην ήσυχη γωνιά μου, χωρίς έξωθεν (εκατέρωθεν…) παρενοχλήσεις. Οπότε θα αποτυπώσω για ακόμα μία φορά τα φραστικά πάρε-δώσε με τα τέκνα, ελπίζοντας πως θα διατηρηθούν αρκετά χρόνια ώστε να έχουν να διαβάζουν, κι ας μη βάζω πολλές εικονίτσες!

Ήμαστε μαζί στο σπίτι, μετά το τέλος του σχολείου και πριν το παρκάρισμα σε παππουδογιαγιάδες. Σε εμάς, αυτό σημαίνει πως θα αργήσουμε να κοιμηθούμε όσο μπορούμε.

Τεσπά, έχουν πάει με τα χίλια ζόρια να ξαπλώσουν, και εκκρεμεί να πάω να κάτσω λίγο μαζί τους. Στη φάση που είμαι για μέσα, ακούω τυπικό αδερφικό σαματά. (Α, ναι, ξεχνάω κάτι που δεν ξέρω αν το έχω καταστήσει σαφές: είμαι φανατικός οπαδός της ειλικρίνειας, και από εμένα προς εκείνους, και από εκείνους προς εμένα, υποστηρίζοντας μάλιστα πως όλα θα τα βρούμε, αρκεί να μη λέμε ψέματα μεταξύ μας. Το έχουν εμπεδώσει στην πράξη πολλάκις.)

Πάω, λοιπόν, μέσα, και ξεκινάει το κλασικό θέμα:
–Τι έγινε;
–Ο Αλέξανδρος μου είπε πως είμαι βλάκας!
–Δεν σε είπα βλάκα, είπα—
–Με είπες!
–Δεν σε είπα!
(REPEAT UNTIL thermal_death_of_universe).
Οπότε είπα να παρέμβω. Γυρνάω προς τον Μενέλαο:
–Μενέλαε, παιδί μου, είναι απλό. Είσαι βλάκας;
–Όχι!
–Ε, τότε μη δίνεις σημασία σε ό,τι κι αν σου πει ο Αλέξανδρος.

Κάθομαι λίγο στον έναν (Αλέξανδρο), μετά στον άλλον (Μενέλαο), μετά είναι ώρα να φύγω. Τότε είναι η στιγμή που παραδοσιακά θυμούνται πως κάτι έχουν ξεχάσει, οτιδήποτε για να σηκωθούν για μια τελευταία βόλτα. Λέει ο Μενέλαος:
–Ξέχασα το νερό μου! Θα διψάσω!
–Ε, άμα είναι να διψάσεις, πήγαινε πάρε το.
Στη διαδικασία των κινήσεων για να σηκωθεί, πιάνει κάτι.
–Ωχ. Εδώ το έχω. Νόμιζα πως είναι μέσα. (με απογοήτευση που δεν έπιασε το κόλπο)
Τον κοιτάω στο μισοσκόταδο σοβαρά και του λέω:
–Μενέλαε, σου έκανα μια ερώτηση πριν… και νομίζω πως μου είπες ψέματα.

Γελούσαμε και οι τρεις μαζί. Λάτρεψα τη στιγμή.

Την επόμενη ημέρα, τους πήγαινα για τη μάνα μου, οπότε τους είπα πως περιέγραψα το χθεσινοβραδινό στον νονό Αργύρη για να γελάσει εκείνος. Επαναλαμβάνω όλη τη στιχομυθία, γιατί τους αρέσει να ακούν έξωθεν τα κατορθώματά τους. (Θα πρέπει να γυρνάω ταινία τη ζωή τους με voice-over, όπως μου ζητούν να κάνω καμιά φορά όταν μάχονται ή παίζουν μπάλα). Αφού ξαναγελάμε, λέει ο Αλέξανδρος:
–Βγήκε αληθινή η προφητεία!
–Ποια προφητεία, παιδάκι μου;
–Ότι είναι βλάκας ο Μενέλαος.
–Γιατί προφητεία;!
–Αφού από πριν το είπα!

Προχθές πήγαμε από τη μάνα μου, όπου τους έχουμε παρκάρει, για να περάσουμε μεγάλο μέρος του ΣΚ παρέα. Ήταν οι μέρες που αποφασίσαμε οικογενειακώς να επενδύσουμε στην εκμάθηση χαρτοπαιγνίων, και δη αγωνίας ή δηλωτής. Ο Μενέλαος (αναμενόμενα) φαίνεται να είναι μεγάλο χαρτόμουτρο, και θα ψάξω να βρω πώς ακριβώς θα προωθήσω το ταλέντο του παιδιού.

Κατόπιν προτίμησης του Αλέξανδρου, κάποια στιγμή βρεθήκαμε μοιρασμένοι σε ζεύγη: ο Μενέλαος με την Αθανασία, και εγώ με τον Αλέξανδρο. Παίζαμε, λοιπόν, αγωνία, και κάποια στιγμή μου λέει ο Αλέξανδρος:
–Μου αρέσει πολύ να παίζω χαρτιά μαζί σου!
–Χαίρομαι, αγάπη μου.
Σιωπή ελάχιστων δευτερολέπτων, και μου λέει:
–Εσύ δεν έχεις κανένα κομπλιμέντο να μου πεις;