Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Σα βγεις στον πηγαιμό…

Υποκλίνομαι στο μεγαλείο αναγνώστη της Ναυτεμπορικής, για το σχόλιό του στο διάγγελμα του πρωθυπουργού, όπως ενημερώθηκα μέσω e-mail.

Ο πρωθυπουργός είπε:
«…Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη πορεία, μια νέα Οδύσσεια για τον Ελληνισμό. Όμως, πλέον, ξέρουμε το δρόμο για την Ιθάκη και έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά.
Μπροστά μας έχουμε ένα ταξίδι με απαιτήσεις από όλους μας, αλλά με μια νέα συλλογική συνείδηση και κοινή προσπάθεια θα φθάσουμε εκεί ασφαλείς, πιο σίγουροι, πιο δίκαιοι, πιο περήφανοι…»

Ο αναγνώστης σχολίασε (το σχόλιο από GM κάπου στις πρώτες θέσεις):
«Κάποιος πρέπει να πληροφορήσει τον ΓΑΠ ότι και ο Οδυσσέας ήξερε το δρόμο αλλά του πήρε 10 χρόνια για να φτάσει. ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ

οι άλλοι πέθαναν στην διαδρομή.»

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

I, for one…

…welcome our IMF overlords.

Χρησιμοποίησα σαρκαστικά μια ατάκα που χρησιμοποιείται κατά κόρον στο slashdot. Η απογοήτευσή μου και η απαισιοδοξία μου αυτή τη στιγμή δεν περιγράφονται.

Το μόνο θετικό από την επέλαση της Ιλαράς Οικονομολογίας θα ήταν η εισροή κεφαλαίων από την σίτιση και τη στέγασή τους, αλλά φαντάζομαι κι αυτά τους τα πληρώνουμε. Πάλι καλά που είναι φτωχομπινέδες, και τρώνε μόνο €12-15 στο καθισιό τους. Ή μπορεί να είναι ψυχοπονιάρηδες.

Το θέμα είναι μήπως θα πρέπει να πάψουμε να χρησιμοποιούμε ελληνικά στην καθημερινότητά μας. Ίσως να πρέπει να ξεκινήσουμε από τα ιστολόγιά μας. Ίσως είναι καιρός να τεκμηριώσω την όποια γνώση μου των αγγλικών, μπας και διοριστώ σε κάποιο υποκατάστημα του ευρωπαϊκού δημοσίου. Πρέπει να πάρω lower πρώτα, ή μπορώ να δώσω απευθείας για proficiency; Ή παραμένουν γλώσσα της διπλωματίας τα γαλλικά; Να ξεθάψω το Sorbonne 1er degré.

Ας κάνω την αρχή κάνοντας αποτυχημένη αναφορά σε ανέκδοτα που είχαν πολλή πέραση στις ΗΠΑ τις δεκαετίες 50-60:

An IMF economist lands in the Constitution square of Athens. He goes straight to a bystander and requests: “Take me to your leader.” The bystander, who against all odds was Greek, gave a blank stare to the alien. “Λίντερ; Γουάτς δατ;” he asked in fluent Basic English. The alien returned to its base, laughing all the way to the bank.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Πρόωρα ρουσφέτια

Αχ, κύριε Ψινάκη μου, πολύ χάρηκα που θα υποβάλετε υποψηφιότητα για δήμαρχος Αθηναίων. Και εγώ που δεν έχω μεταδημοτεύσει ακόμα, παρά την ήδη μακρόχρονη διαμονή μου σε βορειότερα προάστεια, θα χαρώ να σας συμπαρασταθώ με την ψήφο μου.

Βρήκα το θάρρος να επικοινωνήσω μαζί σας μέσω αυτής της εν είδει ανοιχτής επιστολής ανάρτησης στο ιστολόγιό μου, επειδή είμαι σίγουρος πως είστε ένας άνθρωπος με την ισχυρή βούληση και τους πολιτικούς όρχεις που απαιτούνται για να επανορθώσετε μια κατάφωρη αδικία.

Όπως ξέρετε, ο αείμνηστος Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν έχει βρει την αναγνώριση που του αξίζει, παρά την ανυπέρβλητη προσφορά του στον ελληνικό κινηματογράφο. Πιστεύω πως συμφωνείτε μαζί μου, οπότε κι εγώ από μέρους μου σας υποβάλλω τεχνική πρόταση για να διευκολύνω το έργο σας. Επικοινώνησα ήδη με επαγγελματίες με άποψη για το συγκεκριμένο θέμα (γλύπτης, πολιτικός μηχανικός, διακοσμητής εξωτερικών χώρων με PhD στο feng-shui κλπ) και κατέληξα στα εξής:

‣ Η τίμηση του Λάμπρου Κωνσταντάρα θα πρέπει να γίνει μέσω ολόσωμου αγάλματος από Πεντελικό μάρμαρο ή από ορείχαλκο· τι από τα δύο, το αφήνω στη διακριτική σας ευχέρεια.

‣ Το άγαλμα θα πρέπει να τοποθετηθεί σε βάση ακριβώς στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος.

‣ Οι πανάρχαιοι Κινεζικοί κανόνες για τη μεγιστοποίηση του τσι τάσσουν τον προσανατολισμό του αγάλματος στις 98° δεξιόστροφα του βορρά· δηλαδή, το άγαλμα να βλέπει ακριβώς ανατολικά, και μετά στρίψτε το 8° ακόμα κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού.

‣ Επειδή ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είναι αείμνηστος, προφανώς δεν μπορεί να ποζάρει για το άγαλμα, οπότε μπήκα στον κόπο να διαλέξω τυχαία μια χαρακτηριστικά λεβέντικη εικόνα του μεγάλου μας ηθοποιού. Την παραθέτω εδώ καθαρά για τη δική σας διευκόλυνση:



Ταιριαστή επιγραφή, νομίζω, θα ήταν το «Για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι».

Σας ευχαριστώ πολύ,

ένας εκ των προτέρων ενθουσιασμένος δημότης σας

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

There's a catch

Πέρασε ο Σατανάς το πρωί να μου πουλήσει ένα συμβόλαιο. Ξέρω πως ήταν ο ίδιος, επειδή πρόσεξα όλα τα σημάδια: τα εύκολα χαμόγελα, ακριβό σακάκι, γραβάτα από λέσχη, θερμή χειραψία και τη λάμψη στο μάτι. Είναι πωλητής, και ως καλός πωλητής, έχει μελετήσει την πελατεία του. Δεν παίρνει τηλέφωνα να σου πουλήσει νέα σύνδεση τηλέφωνο+ίντερνετ, παρά μόνο αν θέλει απλώς να διασκεδάσει, και τότε βάζει ένα εκπαιδευόμενο τσιράκι. Όχι, όταν θέλει να πουλήσει επειδή ξέρει πως είναι ο πελάτης είναι ώριμος, περνάει ο ίδιος.

Τα προσπέκτους με τα πολλά λεφτά, τα προσπέρασε γρήγορα, επειδή με κοίταξε και δεν είδε αντίδραση. Το ίδιο και με τα πολλά χρόνια ζωής.

Έκανε μια παύση στις σελίδες με τις οδαλίσκες και με ζύγισε.

«Τι θέλεις; Θέλεις μια Σάλμα Χάγιεκ στο Desperado; Μια Ροζάνα Αρκέτ στο Executioner's song; Μια Νικόλ Κίντμαν στον Κόκκινο Μύλο; Μια Νάταλι Πόρτμαν με το σώμα του Closer και τον ακαταμάχητο χαρακτήρα του Beautiful Girls; Πες το κι έγινε.»

Έτρεμαν λίγο τα χέρια μου, αλλά συνήλθα γρήγορα. Θυμήθηκα πως και την ομορφότερη γυναίκα να είχα δίπλα μου, στους έξι μήνες θα μου έπρηζε τα ούμπαλα. Καρατσεκαρισμένο. «Προχώρα».

Γύρναγε, γύρναγε, γύρναγε σελίδες, αλλά ήταν αντιπερισπασμός. Το ξαναείπα: ήξερε τι είχε στα χέρια του και λαχταρούσα να έχω. Έστρωνε το δρόμο για μια ακόμα επιτυχία.

Τράβηξε μια σελίδα, έκλεισε το βιβλίο, το πέταξε πίσω από την πλάτη του με μαθηματική ακρίβεια μέσα στην τσάντα του. Η στάμπα PTT, Personality Time Travel, ήταν ανάγλυφη στην πάνω δεξιά γωνία του χαρτιού.

«Θα γυρίσεις πίσω στο χρόνο, όσο πίσω θέλεις. Θα ξανακάνεις όλο το ταξίδι, ή επιλεκτικά σε στιγμές, πηδώντας τα βαρετά σημεία. Θα διορθώσεις τα λάθη σου, γιατί θα έχεις τη στερνή γνώση. Το σώμα σου θα είναι όπως ήταν και θα αντέχει όπως άντεχε. Θα είσαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, ο βασιλιάς, ο άρχοντας, ο κουκλοπαίχτης. Θα κάνεις όσα δεν έκανες, θα έχεις ό,τι δεν είχες. Το θέλεις. Θα το έχεις. Να σου δείξω ένα ντέμο.»

Και μου έδειξε. Μου έδειξε σκηνές όπως μόνο εγώ τις θυμάμαι, διορθωμένες όπως μόνο εγώ τις φαντάζομαι. Δεν μπορώ να περιγράψω την γλυκιά ταραχή που ένιωθα.

Λες και είχε εξήντα χέρια, εν ριπή οφθαλμού συμπλήρωσε ονόματα, περικύκλωσε τα μικρά γράμματα για να είναι σαφές πως ξέρω τι αγοράζω, μου έδωσε ένα στιλό και μια πένα με τη φίρμα του, ένα διακοσμητικό για τη σύζυγο, από ένα δωράκι για τα παιδιά—

«Και τα παιδιά μου;»

Είχε στιλ, του το αναγνωρίζω. Δεν χτύπησε τυφλά λέγοντας «νέος θα είσαι, θα κάνεις άλλα.» Δεν είπε ψέματα. Δεν είπε την αλήθεια, διότι δεν χρειαζόταν.

Είπε μόνο, «Ουπς», και σηκώθηκε.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Άρτος και θεάματα

Είχαμε το πιο ακριβό φαγητό, σήμερα, που εμένα μου αρέσει πολύ, αλλά στα παιδιά ανάλογα με τον καιρό. Συμπληρώνω με μια κονσέρβα τόνο ως κίνητρο (περί υδραργύρου, τα έγραψα ως σχόλιο στον άρτι παρατεθέντα σύνδεσμο), και έχουμε τον κανόνα ότι τρώμε φακές, μετά λίγο τόνο, μετά δυο-τρεις κουταλιές φακές, μετά λίγο τόνο, rinse, repeat.

Κρατάω στο πηρούνι λίγο τόνο, περιμένοντας τον Μενέλαο που είναι ο επόμενος πελάτης κανονικά.

Μενέλαος: «Θέλω τόνο!»
Εγώ: «Φάε φακές πρώτα.»
Μενέλαος: «Αφού θέλω να φάω τόνο!» (αυτολεξεί, τελευταία αρχίζει πληρέστατες απαντήσεις)

Κάνω κίνηση με τον τόνο στο πηρούνι προς το στόμα του Αλέξανδρου, οπότε:

Μενέλαος: «♫ Το πηλούνι… κάνει βόλτα… ♫»
Αλέξανδρος: «♫ στης αγάπης μου την πόλτα… ♫»

Νυχτερινή ενημέρωση:

Πέρασε ο παππούς Θανάσης το απόγευμα, μας κέρασε πίτσα και έφυγε το βράδι λίγο πριν τον ύπνο τους. Ο Μενέλαος παρακάλαγε να δει το Ρενό του παππού, αλλά είχαμε κλείσει τα παντζούρια, και επειδή πάλι βάραγε τον αδερφό του πιο πριν, επέμενα πως δεν θα του έκανα το χατήρι αφού δεν ήταν καλό παιδί. Κλάμα, κλαψούρισμα, «να δω το Λενό», «όχι, και μη μου γίνεις κλάψας». Με τα πολλά, σταματάει κι αρχίζει να παίζει με κάτι πρόχειρα αυτοκινητάκια. Μου λέει: «Σου καπάκα». «Σου καπάκα;» τον ρωτάω. Με διορθώνει, «σου καπάκα». Ξαναρωτάω το ίδιο, ξαναδιορθώνει ομοίως, ξαναρωτάω, ξαναδιορθώνει. Τον κοιτάω. Με κοιτάει. Κάτι αρχίζει να αχνοφαίνεται στο βάθος.

«Μου κάνεις πλάκα;» ρωτάω.
«Ναι.»

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Αν η μάνα μου ήταν blogger…

…θα την καταέβρισκε να αλλάζει θέση στα gadgets. Όταν ήμουν μικρός, κάθε μερικούς μήνες γύρναγα στο σπίτι και έβρισκα τα έπιπλα σε άλλη θέση. Τα παιδιά θέλουν σταθερό και ασφαλές περιβάλλον, λέει.

Τεσπά, πέρασα κι εγώ στα νέα templates του blogger, βασικά και μόνο για αυτό το ρημάδι το tag cloud στο κάτω μέρος. Είναι πιο εύκολο να βρίσκεις παλιές αναρτήσεις, αρκεί να τις έχεις ετικετοκολλήσει. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να βάλω ετικέτες και στα παλιά. It's a dirty job, but somebody's got to do it.

Επίσης, άφησα αυτό το gadget «Αναγνώστες», από περιέργεια να δω τι θα γίνει. Για την ώρα, κενό μου το βγάζει. Φαντάζομαι πως θα το αφαιρέσω.

Και ο άσχετος επίλογος: προς τιμήν της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης και μιας παλιάς αγαπημένης παιδικής σειράς, αν αποφασίσω πως θα κάνω ένα rock συγκρότημα για να βγάζω τα προστοζήν, θα το ονομάσω Φράγκαless Rock.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Μεσημεριανός ύπνος

Όταν έβαλα τα καμάρια μου για ύπνο το μεσημέρι, μου λέει ο Αλέξανδρος: «να ξαπλώσω μαζί με το Μενέλαο;» Ρωτάω το Μενέλαο, «να φέρω και τον Αλέξανδρο να ξαπλώσει μαζί σου;» και μου λέει «ναι». Τους έβαλα μαζί, με το πάπλωμα του Αλέξανδρου έκανα σκεπή/σπιτάκι πάνω από το κρεβάτι του μικρού, και με τα πολλά (έως πάρα πολλά) κοιμήθηκαν.

Όταν ξύπνησαν, τους κατάλαβα επειδή τους άκουσα να πλακώνονται («Μη! Μη μου τραβάς τα μαλλιά!», «Όχι.», «Μενέλα!», «Όχι!» κτλ), και πάω να τους δω. Σταματάνε και ανακάθονται. Αρχίζει ο Αλέξανδρος να μου εξηγεί τα καθέκαστα με ιδιαίτερη παρρησία (είναι γλαφυρός και ικανότατος να σε πείσει πως είναι το θύμα της υπόθεσης), κι έλεγε κι έλεγε. Σταματάει. Γυρνάω στο Μενέλαο, «είναι αλήθεια αυτά;». «…Ναι.» «Γιατί, Μενέλαε;»

Το σκέφτεται, λέει «γιατίιιι…», το ξανασκέφτεται, δεν του βγαίνει, οπότε χώνει μια κλωτσιά στο πόδι του Αλέξανδρου. Γενικώς, πολύ συχνά ο Μενέλαος, έτσι όπως περνάει δίπλα από τον Αλέξανδρο, του χώνει και μια σφαλιάρα.

Σε συζήτηση με το νονό Αργύρη, είχε μια ενδιαφέρουσα ιδέα για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, αλλά θα τον αφήσω να το προσθέσει ο ίδιος ως σχόλιο.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Οέο;

Μια σουρεαλιστική οικογενειακή σεκάνς παίχτηκε. Η Αθανασία κοιμάται στο δωμάτιό μας, τα παιδιά στο δικό τους. Εγώ είμαι στο σαλόνι και βλέπω τον brand new Doctor.

Κατά τη μία και, ακούω ένα «μπαμπά» από τον Αλέξανδρο. Παύση, πάω να δω. Στέκομαι στην πόρτα του δωματίου μήπως το είπε στον ύπνο του. Όχι, γυρνάει το κεφάλι του. «Πάρε με αγκαλιά», μου λέει. Τον παίρνω αγκαλιά, ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου, «πάμε τώρα μέσα» μου λέει. «Πού μέσα;» «Στο σαλόνι.» Ωκαίει. Θέλει λίγο παρέα, δεν έχει να ξυπνήσει αύριο. Πάμε μέσα στο σαλόνι. Ξαπλώνει δίπλα μου στον καναπέ. Συνεχίζω τον Δόκτορα.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Αλέξανδρος ροχαλίζει. Σε λίγο που τελειώνει το επεισόδιο, θα τον πάω στο κρεβάτι του. Μπα. «Α, ένα φίδι!» λέει, με χαρά και καθόλου νυσταγμένος ή τρομαγμένος (μπορεί και να έχω καταφέρει, πια, να του εξηγήσω τη διαφορά της τηλεόρασης με την πραγματικότητα). Συνεχίζει να βλέπει και το μικρής διάρκειας «προσεχώς» με όλα τα καλά του κόσμου: ρομπότ, εξωγήινους, καλούς, κακούς. Του εξηγώ χοντρικά για τον Δόκτορα, και του ξαναλέω πως σιγά-σιγά θα μάθει να διαβάζει, και έχουμε πολλά βιβλία να διαβάσει, άσε που θα βλέπει ταινίες και θα καταλαβαίνει. «Μου αρέσει αυτός ο εξωγήινος», μου λέει, «να μου τον βάζεις να τον βλέπω, και θα καταλαβαίνω εγώ σιγά-σιγά.»

Μετά βάζω να ξεκινήσω το Pushing Daisies, και ακόμα να κοιμηθεί. Είμαι ανεκτικός και επειδή πρόσφατα συνήλθε από πολυήμερο πυρετό. Συνήθως είμαι ο κακός αυστηρός μπαμπάς της υπόθεσης.

Κάποια στιγμή, πατάω παύση. «Πού πας;» «Να πιω νερό, παιδί μου.» «Καλά, και μετά έλα να συνεχίσεις.» Στον δρόμο για την κουζίνα, ακούω «μπαμπά» από τον Μενέλαο. Πάω και τον βλέπω να κάθεται στο κρεβάτι του. Με βλέπει και απλώνει τα χέρια. Τον παίρνω αγκαλιά, ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου, «πάμε μέσα», μου λέει. «Πού μέσα;» «Σαλόνι.»

Do I detect a pattern here or what?

Έλα κι εσύ, οι καλοί παντού χωράνε. Καθώς μπαίνουμε στο σαλόνι, «γεια σου Αλέταντε!» λέει χαρωπά ο Μενέλαος, «γεια σου Μενέλα». Τον ακουμπάω στον πιο μικρό καναπέ, «καθίστε εδώ, μη τσακωθείτε, έρχομαι σε λίγο».

Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο. Βγαίνω στο μπαλκονάκι της κουζίνας, στρίβω τσιγάρο, γυρνάω να κοιτάω προς τα μέσα, μπαίνει η Αθανασία στην κουζίνα. «Τα παιδιά μας είναι και τα δύο ξύπνια στο σαλόνι», της λέω. «Ήρθανε μέσα», μου λέει. Ξάπλωσαν όλοι μαζί στο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς.

Έκατσα στον υπολογιστή για να ρωτήσω μήπως την είδατε εσείς. Cue ο τίτλος της ανάρτησης.

ΥΓ ίσως δεν ήμουν σαφής: ήταν η πρώτη φορά που, είτε ο Αλέξανδρος, είτε ο Μενέλαος, ξύπνησε μέσα στη νύχτα και μου ζήτησε να τον πάω στο σαλόνι. Επίσης, δεν παίζει να άκουσε ο Μενέλαος τον Αλέξανδρο όταν μου το είπε, επειδή δεν υπήρχε περίπτωση να είναι ξύπνιος και να μείνει άπραγος αν με έβλεπε να παίρνω τον Αλέξανδρο, ούτε να μείνει σχεδόν άλλη μια ώρα στο κρεβάτι του χωρίς να βγάλει κιχ.