Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2007

Χιαστί

Ξέρω καλά πως είμαι άνθρωπος κλειστός (και ψυχανώμαλος, αλλά μη πεταχτείτε να προσηγορήσετε!). Συχνά δείχνω τα αισθήματά μου με τον εντελώς αντίθετο τρόπο από τον πρέποντα: στο πένθος θα κάνω αστεία, στην αγάπη θα βρίζω τρυφερά⁰. Και στην τωρινή κατάσταση της χώρας, μένω άπραγος και παγωμένος (εκεί που θα έπρεπε να κάνω κάτι).

Στροφή.

Είμαι ΑΕΚτζής υποτίθεται. Ο πατέρας μου και η μάνα μου είναι Ολυμπιακοί. Ας αγνοήσουμε τους λόγους που κάποτε αποφάσισα τι ομάδα είμαι¹ και ελάτε μαζί μου σε κάποιο παιχνίδι μεταξύ Ολυμπιακού και ΑΕΚ (ή ανάποδα, νομίζω ήταν στη Νέα Φιλαδέλφεια) όπου πήγαμε εγώ κι ο πατέρας μου². Εκεί, γνωρίσαμε ένα κύριο μισό κώλο πιο πέρα από τον πατέρα μου. Μεγαλύτερος σε ηλικία από τον πατέρα μου, απέπνεε σεβασμό. Μιλούσαμε λοιπόν με τον πατέρα μου και λέγαμε πόσο άραγε να τελειώσει το παιχνίδι. Ο σεβάσμιος κύριος που παρακολουθούσε τη συζήτησή μας (ακόμα δεν είχε αρχίσει το παιχνίδι) κατέθεσε την άποψή του κοιτώντας εμένα και βάζοντας χιαστί τους δείκτες του. Ίσως κάπως τον αμφισβήτησα, ίσως τον αμφισβήτησε ο πατέρας μου, δε θυμάμαι. Ο σεβάσμιος κύριος έφρασε την άποψή του: «είναι δύο μεγάλες ομάδες, και δεν έχουν κάτι να μοιράσουν τώρα. Χι.»

Το παιχνίδι έληξε 1-1. Τον θυμάμαι ακόμα τον κύριο, αλλά δεν ξέρω αν έγινε ποτέ εκατομμυριούχος παίζοντας ΠΡΟ ΠΟ. Δεν ξέρω αν ζη ακόμα.

Αν ζούσε, ίσως να είχε άποψη και για τις επερχόμενες εκλογές. Δε μου είναι καθόλου δύσκολο να τον φανταστώ να προτάσσει τους δείκτες χιαστί: «είναι δύο μεγάλα κόμματα, και δεν έχουν κάτι να μοιράσουν τώρα. Χι.»

Πιθανολογώ πως αυτό θα ξενίσει πολλούς και θα απορριφθεί από ακόμα περισσότερους, αλλά για μένα είναι τόσο μα τόσο προφανές το Χ που χρόνια τώρα διακατέχει το ντέρμπι της πολιτικής ζωής του τόπου μας. «Τι κι αν χάσουμε τις εκλογές; Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι.» Δεν φταίει η Νέα Δημοκρατία για τις τόσες πυρκαϊές. Δε θα έφταιγε το ΠΑΣΟΚ αν ήταν τώρα στην κυβέρνηση. Οι μικροαστοί μας βουλευτές ανθρωπάκια είναι σαν κι εμάς, και μάλιστα υπάλληλοί μας³· εμείς τους δίνουμε την εντολή, αυτοί εκτελούν, εμείς γυρνάμε στο λήθαργο, ή μάλλον στη λιποθυμία όπως έλεγαν και οι Κατσιμιχαίοι σε ένα μάλλον αγνοημένο τραγούδι τους.

Στην συγκέντρωση την εβδόμην απογευματινήν της αύριον, εγώ και η σύζυγος θα είμαστε στην προγραμματισμένη επίσκεψη στον γυναικολόγο για την επιβεβαίωση πως ο επερχόμενος νεαρός είναι καλά. Αλλά και να μην είχαμε την επίσκεψη, δύσκολα θα κατέβαινα. Όχι γιατί δεν πιστεύω στα κίνητρα, αλλά επειδή δεν πιστεύω στο αποτέλεσμα. Δεν είμαστε χώρα, ούτε λαός με τιμή. Δεν έχουμε πια φιλότιμο. Ενσωματωνόμαστε. Γινόμαστε μέρος μεγαλύτερων οικογενειών, Ευρωπαίοι εκ πεποιθήσεως και Αμερικανοί εκ τηλεοράσεως, και εδώ και δεκαετίες τη ρημάδα την εξώθυρα την κλειδώνουμε.

Θα ήθελα όλη η χώρα να μη ψηφίσει κανένα κόμμα. Ή να βγει ένα μικρό κόμμα με 100%, οπότε να τρέχει να βρει 300 βουλευτές⁴. Ή να βγουν όλα τα μικρά κόμματα, το καθένα τους με παραπάνω από το σύνολο των ψήφων που θα πάρουν ΠΑΣΟΚ+ΝΔ. Αφεντικό, να δω τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου να τσακώνονται για τη Βʹ κατανομή κι ας πεθάνω. Ας βγει πρωθυπουργός η Έφη Σαρρή, ζμπουτζμ· αν βγει βουλευτίνα, μας αξίζει.

Πριν κάνα μήνα με πήραν τηλέφωνο για γκάλοπ (ένας από τους λόγους που ήμουν σίγουρος πως οι εκλογές θα γίνουν πριν την ώρα τους, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το εύρος που είχε το συγκεκριμένο γκάλοπ στις ερωτήσεις του). Είχα όρεξη, και κάθισα να με ξεσκίσουν (για να γλυτώσει κάποιος άλλος). Μόνο που δεν τσακώθηκα με την κοπέλα, αφού προφανώς δε με πίστευε, ή ίσως δεν απαντούσα τη λέξη της κάρτας, οπότε δεν ήξερε σε ποιο τετραγωνάκι να σημειώσει το δικό της Χ, παρότι με είχε διαβεβαιώσει πως μπορώ να απαντήσω ό,τι θέλω και πως με είχε πιστέψει ότι είμαι αναποφάσιστος. Δείγμα:

–Τι ψηφίσατε στις προηγούμενες εκλογές;
–Συνασπισμό, αλλά δεν ψηφίζω πάντα το ίδιο κόμμα.
—Ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο ως πρωθυπουργό, τον Καραμανλή ή τον Παπανδρέου;
–Κανέναν από τους δύο.
–Ναι, αλλά ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο;
–Σας είπα. Κανέναν. Ίδιοι μου φαίνονται.
–Ποιανού ο πολιτικός λόγος σας πείθει περισσότερο;
–Δεν ξέρω να σας απαντήσω.
–Τι εννοείτε;
–Δεν ξέρω. Δεν τους παρακολουθώ.
(παύση. η επόμενη ερώτηση ήταν καθαρά δική της, δεν είχε πουθενά να καταγράψει την απάντηση)
–…είστε Έλληνας; Ζήτε στην Ελλάδα;
–Ναι. Είμαι Έλληνας. Ζω στην Ελλάδα.
–Τι θα ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές;
–Δεν ξέρω.
–Ναι. Κοιτάξτε, σας είπα πως η δημοσκόπηση είναι μυστική, κανείς δε θα μάθει τι θα ψηφίσετε.
–Κυρία μου, σας πιστεύω. Εσείς δε με πιστεύετε όταν σας μιλάω. Σας είπα, δεν ξέρω. Είμαι στους αναποφάσιστους.
–Για τον κύριο Αλαβάνο τι γνώμη έχετε;
–Δεν έχω. Δεν τον ξέρω.
–Ναι, ως πολιτικός—
–Δεν τον παρακολουθώ.
(παύση)
–Είπατε πριν πως ψηφίσατε Συνασπισμό στις—
–Κυρία μου, με ρωτήσατε τι ψήφισα, σας είπα τι ψήφισα. Αν με ρωτάγατε ποιος πιστεύω θα σώσει τη χώρα, θα σας έλεγα κανένας. Με ρωτάτε τι θα ψηφίσω, σας λέω δεν ξέρω. Πιστέψτε με. Σας λέω την αλήθεια.

κ.τ.λ. Φάγαμε ένα 20λεπτο έτσι. Στοιχηματίζω πως η κοπέλα σιχτίρισε αφού κατέβασε το ακουστικό. Δεν την αδικώ, αλλά δεν τη δικαιολογώ κιόλας.

Δε θα αλλάξει τίποτα ουσιαστικά… ή ίσως και να αλλάξει, αν η συλλογική μας συνείδηση ως Έλληνες μπορεί και να χαμπαριάσει πως μισοάνοιξε τα βλέφαρα από τη λιποθυμία. Ίσως. Δεν ξέρω. Αν ήξερα, τώρα θα είχα λεφτά.⁵

Είχα κι άλλα να πω, αλλά είναι ώρα να πάω για νάνι. Κρίμα. Τις περισσότερες φορές που με πιάνει οίστρος, βγαίνω να κάνω ένα τσιγάρο για να μου φύγει. Αυτή τη φορά χαρμάνιασα, αλλά χαλάλι.

Και δεν έβαλα και φωτογραφία του μικρού. Αλλοτριώνομαι. The Day of the Triffids (ή Triffils?)




⁰ Σχεδόν κάθε φορά που αγκαλιάζω τον μικρό και του λέω «πού είσαι βρωμιάρη;», μου έρχεται εικόνα από τη «Φωνή του δάσους» (“Call of the Wild”, δηλαδή, αλλά έτσι γνώρισα τον τίτλο από παιδί), με τον πρωταγωνιστή και το αφεντικό του, και πώς έδειχναν την αγάπη τους.

¹ Φαντάρος στην Κω. Γυρνάω καθυστερημένος από φυλάκιο πεινώντας τρελά. Βρίσκω το πιάτο όσπρια που μου είχαν κρατήσει —δεν έφταιγα για την καθυστέρηση— και κάθομαι στην τραπεζαρία να φάω. Η τηλεόραση έδειχνε αγώνα μπάσκετ Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού. Εγώ τρώω, είμαι ο μόνος. Οι άλλοι φωνάζουν και τσακώνονται. Εγώ τρώω και έχω νεύρα για πολλά και διάφορα. Ένας στρατονόμος κάθεται στον δικό μου πάγκο με την πλάτη γυρισμένη σε εμένα, και κάποια στιγμή αποφασίζει πως η ησυχία μου είναι πολύ ύποπτη. Γυρνάει και με ρωτάει ψαρωτικά: «εσύ, παληκάρι, τι ομάδα είσαι δηλαδή;» Τον κοιτάω, και με γεμάτο στόμα και ζουμιά να τρέχουν, του λέω: «…υψηλού κινδύνου».
Προς μεγάλη μου έκπληξη, έπιασε το νόημα και δεν ξαναασχολήθηκε μαζί μου.

² Πρέπει να ήμουν πολύ μικρός, ίσως τετάρτη-πέμπτη δημοτικού. Πού στηρίζω την εικασία ότι ήμουν μικρός; Βγαίνοντας από το γήπεδο, ο κόσμος άρχισε πανικόβλητος να τρέχει αλλάζοντας κατεύθυνση. Ανάμεσα στα πόδια του κόσμου, βλέπω νεαρούς με κιτρινόμαυρα κασκόλ και αλυσίδες στα χέρια να βρίσκονται στο κέντρο του άρτι εκκενωθέντος χώρου και να έχουν άγριες διαθέσεις. Ο πατέρας μου με τραβάει από το χέρι να φύγουμε, και γυρνώ να τον καθησυχάσω: «δε θα μας πειράξουν εμάς, εγώ είμαι ΑΕΚτζής».
Ούτε που θυμάμαι πώς ήταν να είμαι τόσο ανόητος (αθώος θα το έλεγαν άλλοι), οπότε πρέπει να ήταν πριν πολλά χρόνια. QED.

³ με την εξαιρετικά βολική διαφοροποίηση: είναι οι μοναδικοί υπάλληλοι που έχουν πλήρη έλεγχο του ύψους του μισθού τους.

⁴ βασικά, βουλή θα σχηματίσει τάχιστα με όλους τους πρόθυμους νεοδημοκράτες και πασόκους που θα τρέξουν για το καλό του τόπου να συνδράμουν στο έργο και να συμβουλέψουν και να καθοδηγήσουν το ανώριμο για κυβέρνηση μικρό κόμμα. Η πρώτη συνεισφορά τους θα είναι ένα καλό χέρι βάψιμο— όχι των γραφείων του κόμματος, αλλά του εαυτού τους.

⁵ και δε θα έγραφα στο blog μου αλλά θα ήμουν στις Μπραχάμες με τα λονγκ-ντρινκς και τις γκόμενες που θα με αγαπούσαν για αυτό που είμαι: ένας κενός πλούσιος με βρώσιμη φλούδα.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

This Is Spinal Tap easter egg

Δεν ξέρω πόσοι έχετε δει τη συγκεκριμένη ταινία. Όσοι την έχετε δει, ενδεχομένως θυμάστε το διάλογο του Nigel Tufnel (το όνομα του κιθαρίστα παραπέμπει εμμέσως στον Eric Clapton) με τον Marty DiBergi (τον σκηνοθέτη της ταινίας που ταυτόχρονα έπαιζε μέσα στην ταινία τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ) περί ενισχυτών και σκηνικής παρουσίας.

Την ίδια ταινία έχουν δει και οι δημιουργοί του audiopanel στο SGI Irix. Το audiopanel είναι προφανώς η εφαρμογή για τον έλεγχο του συστήματος ήχου στα γραφικά workstations της πάλαι ποτε κραταιής SGI. Τυπικά, το audiopanel έχει την εξής μορφή:


Τώρα, αν το καλέσεις με μια ειδική παράμετρο, έχει την εξής μορφή:


Οι δύο εικόνες έχουν μια μικρή διαφορά :)

ΥΓ αν δεν έχετε δει την ταινία αλλά εντοπίσετε τη διαφορά και θέλετε μια εξήγηση, δείτε τα quotes της ταινίας. Κάπου θα πετύχετε αυτό που ψάχνετε.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007

Εσύ ο σωλήνας

…υποτίθεται πως ανέβασα στο youtube ένα video του μικρού.

Λοιπόν, στο ακόλουθο, αφού βαρέθηκα να τον βλέπω να ανοιγοκλείνει το ντιβιντί, το έβγαλα από την πρίζα, οπότε κι αυτός βαρέθηκε να πατάει κουμπιά αφού δεν άνοιγε. Πάει να βρει τη μάνα του να της πει τον πόνο του, αλλά στην πορεία βρίσκει άλλο ενδιαφέρον.



Άλλο, παλαιότερο. Είναι στο κρεβάτι και αποφασίζει να παίξει φλίπερ:

Times, they are a-changin'

Όλοι ξέρουν ότι στην εποχή μας οι κοινωνικοί θεσμοί (οικογένεια, φιλία) φθίνουν. (Ωραίος πρόλογος για έκθεση. Αλλά δεν γράφω έκθεση. Τέλεια αφορμή να βάλω φωτογραφία του μικρού. Ο μικρός αραχτός:)
Αγνώριστος

Κάποτε σε καλούσαν φίλοι στο σπίτι να κάτσετε, να φάτε, να πιείτε (ενίοτε να κάνετε και αλλαξοκωλιές, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου), να ακούσετε μουσική, άντε να δείτε και καμιά ταινία. Τα θυμάστε, ε; Το ίδιο και εγώ. Δεν είναι έτσι πια τα πράγματα.

Πας επίσκεψη στο σπίτι του «φίλου» (link δεν θα βάλω, αφού και οι δύο που διαβάζετε το blog μου ξέρετε ποιον εννοώ), και λέτε να παραγγείλετε φαγητό. Παραγγέλνετε φαγητό, και εσείς, ο επισκέπτης, πληρώνετε.

Φυσικά, προθυμοποιείται να πληρώσει ο οικοδεσπότης, με επιχειρήματα τύπου «ήρθες στο σπίτι μας και θα πληρώσεις εσύ;», και του λες «τις προάλλες που ήρθα πάλι, εσύ πλήρωσες, αυτή τη φορά θα πληρώσω εγώ», και ο οικοδεσπότης εξίσου πρόθυμα υποχωρεί. So much for the willingness. (Έχω ώρα να βάλω φωτογραφία. Ο μικρός συμφωνεί:)
Σωραίος

Δε φτάνει αυτό, αλλά η έγκυος σύζυγος του οικοδεσπότη έχει τρομερή ανάγκη για τρίψιμο στην πλάτη, και αφού ο οικοδεσπότης βαριέται, μόνο που δεν τον παίρνει ο ύπνος την ώρα που το κάνει, ε, τη λυπάται και η ψυχή σου, παίρνεις την θέση του και την τρίβεις εσύ με τα στιβαρά σου δάχτυλα, ενώ και η δική σου σύζυγος γαστρωμένη είναι και βλέπει από το τριφτικό περιθώριο, την ώρα που ο θρασύτατος οικοδεσπότης επιστρέφει στο προσφιλές του ξύσιμο-μέχρι-να-ματώσει που τόσο φιλάρεσκα εξασκεί και στον τόπο εργασίας του. (Συγχίστηκα— ας βάλω μια φωτογραφία του μικρού που γελάει με τα χάλια μας:)
Ουά χα χα!

O tempora, o mores. (όπως θα έλεγε και ο μικρός:)

Χειλάκι